Η δεκαετία που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσε τη χρυσή εποχή για τους αιθουσάρχες. Το 1955 η Ευρώπη βίωσε το αποκορύφωμα της προσέλευσης θεατών: κόπηκαν πάνω από 3.000.000 εισιτήρια, γεγονός που έδειχνε τη δίψα των θεατών να απολαύσουν ταινίες.
Οφείλω να παραδεχτώ ότι τα στοιχεία μου είναι σε μεγάλο βαθμό κατά προσέγγιση, καθώς αποτελούν συνδυασμό δεδομένων από διαφορετικές χώρες.
Η διαφορετικότητα της Ευρώπης
Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα έθνη όσον αφορά την ψυχαγωγία στο σύνολό της, και πιο συγκεκριμένα την κατανάλωση ταινιών, είναι σημαντικές και εξαιρετικά διαφωτιστικές.
Αν όμως εξετάσουμε την κατάσταση από διαφορετική σκοπιά, η Ευρώπη αποτελούσε μια προσφιλή αγορά, έτοιμη να απορροφήσει τεράστια ποσότητα κινηματογραφικών παραγωγών.
Καθώς η ιστορία του κινηματογράφου είναι σε γενικές γραμμές οργανωμένη σύμφωνα με τις διαιρέσεις ανάμεσα στις γλώσσες και τα εθνικά σύνορα, το ζήτημα αυτής της καταπληκτικής χρονικής συγκυρίας που βίωσε τη δεκαετία του 1950 η Ευρώπη στο σύνολό της έχει συζητηθεί ελάχιστα.
Ετσι, είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η πρόσκαιρη προτίμηση ήταν κοινή σε όλη την Ευρώπη. Λέγεται επίσης ότι οι ταινίες που γυρίστηκαν την εποχή εκείνη δεν ήταν ιδιαίτερα καλές.
Ωστόσο, στο σημείο αυτό δεν μας απασχολεί η κριτική για την ποιότητά τους, αλλά η κατανόηση της σχέσης μεταξύ των Ευρωπαίων και των κινηματογραφιών τους.
Πηγαίνοντας σινεμά
Στη δεκαετία του 1930 οι μικρές και οι μεγάλες εταιρείες στις οποίες ανήκαν οι κινηματογραφικές αίθουσες έχτισαν κατά το αμερικανικό πρότυπο και πολυτελείς αίθουσες, τους περίφημους «ναούς διασκέδασης».
Μέσα σε αυτούς, ο προορισμός των θεατών ήταν να γευτούν για λίγες ώρες το όνειρο μιας αστραφτερής και συναρπαστικής ζωής που στην πραγματικότητα δεν ήταν δική τους.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, οι αίθουσες που για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχαν ανακαινιστεί φαίνονταν σχεδόν ετοιμόρροπες, δεν είχαν καλή θέρμανση τον χειμώνα και τα καθίσματά τους ήταν συχνά ελαττωματικά.
Οι εταιρείες δεν ενδιαφέρονταν να τις ανακαινίσουν, καθώς υπήρχαν μεγάλες ουρές από πελάτες που περίμεναν έξω από τις πόρτες.
Οι Ευρωπαίοι περίμεναν με τόση ανυπομονησία να πάνε σινεμά, ώστε καινούργιες αίθουσες εμφανίζονταν ακόμη και στα πιο μικρά χωριά. Τη δεκαετία του 1950 άνοιξαν 1.000 νέες αίθουσες στη Γαλλία, το ίδιο συνέβη και στη Γερμανία, ενώ στην Ιταλία ο αριθμός έφτασε τις 3.000.
Οι μελετητές ανακάλυψαν τα αρχεία των τοπικών αιθουσών σε όλη την Ευρώπη και επομένως έχουμε πλέον μια αρκετά καλή εικόνα για την προβολή ταινιών κατά τη μεταπολεμική εποχή.
Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων ερευνών είναι η έλλειψη αντιδράσεων και η καλή πίστη των θεατών, που αποδέχονταν τις πιο απίστευτες και σκανδαλώδεις συνθήκες. Μαθαίνουμε για αίθουσες τόσο μικρές που χωρούσαν μόνο 100 ή 150 άτομα, αλλά στις οποίες παραβιάζονταν οι κανόνες.
Οι θεατές μπορούσαν να στέκονται όρθιοι στο πίσω μέρος όταν δεν υπήρχαν κενές θέσεις. Προκειμένου να αυξήσουν τη χωρητικότητα των αιθουσών αυτών, οι αιθουσάρχες μερικές φορές κατασκεύαζαν πρόχειρα ένα ξύλινο θεωρείο.
Ασφαλώς δεν πληρούνταν οι συνθήκες υγιεινής, δεν υπήρχαν χώροι αναμονής, ούτε έξοδοι κινδύνου. Οταν δεν υπήρχε διαθέσιμη κινηματογραφική αίθουσα, η προβολή των ταινιών γινόταν στο δημαρχείο της πόλης μερικά βράδια της εβδομάδας.
Ακόμη και στην Αγγλία, οι κανονισμοί ασφαλείας δεν τηρούνταν, αφού οι Αρχές δεν μπορούσαν να είναι υπερβολικά αυστηρές με το κλείσιμο των αιθουσών, το οποίο ενδεχομένως θα οδηγούσε σε απόγνωση έναν λαό που δεν διέθετε καμία άλλη μορφή ψυχαγωγίας.
Οσον αφορά τους αιθουσάρχες, οι περισσότεροι δεν ήταν αρκετά εύποροι για να επενδύσουν σε επιδιορθώσεις. Δεν υπήρχαν ποτέ κενές θέσεις, αλλά επειδή όλες οι χώρες προσπαθούσαν να ελέγξουν τον πληθωρισμό, οι τιμές παρέμειναν τεχνητά χαμηλές και ανέβαιναν με πολύ πιο αργό ρυθμό σε σχέση με το κόστος ζωής.
Το παράδειγμα της Αγγλίας
Αυτό που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας για τη συγκεκριμένη δεκαετία είναι το πόσο έντονα το κοινό ανυπομονούσε να δει τις ταινίες.
Στην προπολεμική Βρετανία, παρά το Διάταγμα του 1932 περί Ψυχαγωγίας την Κυριακή (Sunday Entertainment), πολλές αίθουσες ήταν κλειστές τις Κυριακές ή παρουσίαζαν μόνο ντοκιμαντέρ. Οταν ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες, θεωρήθηκε ότι σε έναν επιστρατευμένο λαό η περισσότερη ψυχαγωγία θα ήταν χρήσιμη.
Οι τοπικές αρχές ένιωσαν υποχρεωμένες να δοκιμάσουν την κοινή γνώμη για την προβολή ταινιών μεγάλου μήκους τις Κυριακές. Γενικά, η πλειονότητα αντέδρασε στη μεταρρύθμιση. Αλλά λόγω της παρουσίας των στρατιωτών, των τραυματιών και των όσων απασχολούνταν στον πόλεμο, οι Αρχές έπρεπε να παραβλέψουν τους κανόνες.
Οι δημοσκοπήσεις επαναλήφθηκαν και αυτή τη φορά το 70% των ψηφοφόρων ήταν υπέρ της προβολής ταινιών μεγάλου μήκους.
Το συγκεκριμένο γεγονός αποδεικνύει ότι η προσέλευση στις αίθουσες είχε μετατραπεί σε κοινωνική συνήθεια που οι άνθρωποι δεν ήταν πλέον διατεθειμένοι να στερηθούν, ούτε και για μια μέρα την εβδομάδα.
Καθώς η αγάπη για τον κινηματογράφο την εποχή εκείνη είναι αδιαμφισβήτητη, καταβλήθηκαν προσπάθειες για την εξήγηση αυτού του ξαφνικού, μάλλον σύντομου πάθους, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο των εθνικών συνόρων.
Εχει διατυπωθεί πολλές φορές η άποψη ότι η θλιβερή, ψυχρή ατμόσφαιρα του πολέμου παρακίνησε τους πεινασμένους ανθρώπους να προσπαθήσουν να ξεχάσουν την κατάσταση που ζούσαν, έστω και λίγες μόνο ώρες.
Οικογένειες από διάφορες περιοχές πήγαιναν σινεμά κάθε Σάββατο απόγευμα με τα παιδιά τους, τους παππούδες, τα ξαδέλφια και άλλους συγγενείς τους. Το να πηγαίνεις σινεμά σήμαινε να «νιώθεις σαν στο σπίτι σου».
Περνούσαν τουλάχιστον τέσσερις ώρες εκεί, από την ώρα που έφταναν ώς το τέλος. Επειτα από την B-movie, τα τρέιλερ και οτιδήποτε άλλο, ακολουθούσε ένα διάλειμμα, μετά από το οποίο προβαλλόταν η κυρίως ταινία. Το σύστημα αυτό ήταν χαρακτηριστικό των Αγγλων.
Στη δεκαετία του 1950, ο κινηματογράφος πρέπει να θεωρηθεί πάνω από όλα μια εξαιρετικά λαϊκή μορφή ψυχαγωγίας.
Πολλές φορές έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε με καχυποψία το αμφίσημο επίθετο «λαϊκός», αλλά δεν είναι τόσο παραπλανητικό όσο ίσως φοβόμαστε, αν ορίσουμε την έννοια με την οποία το κατανοούμε.
Το λαϊκό υποδηλώνει αυτό που αφορά το φτωχότερο και μεγαλύτερο μέρος του λαού. Υπό αυτήν την έννοια, ο κινηματογράφος ήταν αδιαμφισβήτητα λαϊκός.
