Αρχισαν να λιγοστεύουν οι ώρες της μέρας. Η νύχτα έρχεται νωρίς στους λόφους του όρμου. Αποθέτει τη σκοτεινιά στις ελιές, στα βράχια και στα λιγοστά πεύκα. Μπλαβίζει τη θάλασσα ώς πέρα, την άκρη του πελάγους, εκεί που αρχίζει η γη της Ανατολής.
Το σούρουπο με βρήκε στο αρχαίο λατομείο του όρμου. Περπάτησα ώς την άκρη του βράχου. Στις σχισμάδες φωλιάζουν αγριοπερίστερα και πετροχελίδονα. Ζηλεύω τον αιωροπτερισμό τους. Μαζί, από ψηλά, θωρούμε τη μαβιά θάλασσα. Ο αγέρας με μικρές ριπές, κατά διαστήματα, ζωγραφίζει την επιφάνειά της, σχηματίζοντας μικρούς θαλάσσιους μπαξέδες.
Αναρωτιέσαι πώς φύτρωσαν τα σκίνα κι οι αγριελιές, χωρίς μια σταλιά χώμα, άνυδρα μόνο με τη δροσιά της αυγής. Ζηλεύω τη δύναμη, πιότερο την ομορφιά της φύσης. Ευτυχώς δεν μπορούμε να την πλησιάσουμε, πάντοτε θα προπορεύεται, όσο κι αν έρχεται η ονομαζόμενη πρόοδος.
Φλοίδες μαρμαρόπετρας στα πόδια μου, υπολείμματα από τη σμίλευση των μαρμάρινων σπονδύλων. Δύο-τρεις από αυτούς, μισοκατεργασμένοι, παρέμειναν εκεί που σκάει το κύμα. Δεν πρόφτασαν να ταξιδέψουν, να φτάσουν στον προορισμό τους, να γίνουν κολόνες σε κάποιο ναό ή έπαυλη. Εγιναν δέστρες για τις βάρκες, φόντο στις φωτογραφίσεις των τουριστών. Και ερωτηματικό για τους ιστοριοδίφες: ποιος ήταν ο προορισμός τους, σε ποιο ναό άραγε να βρίσκονται οι τελειωμένοι σπόνδυλοι; Η γνωστή βιβλιογραφία δεν αναφέρει τίποτα σχετικό, οπότε μάλλον θα μείνουμε με αναπάντητα ερωτηματικά. Θα τους σκεπάζουν για πάντα, τα κύματα, η άμμος κι οι χρόνοι της ιστορίας και των μύθων.
Στον μικρό κάμπο άναψαν τα φώτα στις κολόνες του ηλεκτρισμού και στα λιγοστά σπίτια. Τα κλαδιά των δέντρων με το λίκνισμά τους κάνουν να τρεμοπαίζουν τα φώτα. Ολόκληρο το φυσικό φόντο μοιάζει με έναν τεράστιο μπερντέ, έτοιμο να δεχτεί μια παράσταση θεάτρου σκιών. Οι παραθεριστές λιγόστεψαν μέρα με τη μέρα. Κλείδωσαν τα σπίτια, αποχαιρετίστηκαν κι αναχώρησαν για τις μόνιμες διαμονές τους.
Εμείς, οι εναπομείναντες, δεν αποχαιρετάμε το καλοκαίρι κι ούτε λέμε «καλό χειμώνα». Υποδεχόμαστε τις φθινοπωρινές μέρες σαν επέκταση του καλοκαιριού. Λιγότεροι στις παραλίες, στις εξοχές, στις βόλτες μας. Φχαριστιόμαστε το σούρουπο της κάθε μέρας, όπως και το τέλειωμα του ημερολογιακού καλοκαιριού. Τον κύκλο της ζωής και των εποχών δεν τον χωρίζουμε σαν να έχουμε άσκηση μαθηματικών. Προσπαθούμε να ζήσουμε όλες τις μέρες, να τις ρουφήξουμε σαν να είναι οι τελευταίες. Περιμένουμε το επόμενο σούρουπο, όπως και να ’ναι, καλοκαιρινό ή φθινοπωρινό. Για μας η κάθε μέρα είναι η συνέχεια του χθες και η αναμονή του αύριο.
* Συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
