Τον άκουσα να τραγουδάει για πρώτη φορά, εκεί στα ξένα, στα χρόνια της δικτατορίας. Ηταν τότε που ο Μίκης Θεοδωράκης βγήκε από την Ελλάδα (καθώς η χούντα εκτίμησε ότι έξω θα ήταν λιγότερο επικίνδυνος) και είχε αρχίσει την ανά τον κόσμο σειρά αντιδικτατορικών συναυλιών, με βασικούς ερμηνευτές τη Μαρία Φαραντούρη και τον Πέτρο Πανδή. Παλιά –αν και νεαρή– τραγουδίστρια η Φαραντούρη, νέος –και ηλικιακά– ο Πανδής. Κι ήταν τότε που είχε ξεχωρίσει όχι μόνο για τις ερμηνευτικές του ικανότητες αλλά και για την όλη σκηνική παρουσία του.
Κι ήταν μερικά χρόνια αργότερα, το 1981, τέτοιες μέρες, όταν πλέον είχε καταρρεύσει η δικτατορία, που ο Μίκης Θεοδωράκης είχε προσκληθεί από τον Φιντέλ Κάστρο για σειρά συναυλιών στην Κούβα, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, με το Canto General, σε ποίηση Πάμπλο Νερούδα. Βασικοί ερμηνευτές, η Φαραντούρη και ο Πανδής (έχω γράψει αρκετές φορές γι’ αυτές τις συναυλίες, ώστε περιττεύει να αναφερθώ κι εδώ).
Αυτό που έχω να προσθέσω είναι ότι εκεί πλέον αναγνώρισα έναν ώριμο Πανδή, του οποίου η φωνή είναι ταυτισμένη με το έργο αυτό του Θεοδωράκη, καθώς μετά τη χούντα παίχτηκε αρκετές φορές και στην Ελλάδα, ενώ έχει κυκλοφορήσει και σε διπλό δίσκο. Να θυμίσω λοιπόν ποιος ήταν ο Πανδής, γιατί έχουμε χαθεί τον τελευταίο καιρό, με στοιχεία κυρίως από ένα κείμενό μου -και με δικά του λόγια- στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (27 Μαρτίου 1986).
Kαθηγητής
Νέος της γενιάς του 1-1-4 ο Πανδής, με τους ενθουσιασμούς και τα οράματά της, δεν φανταζόταν ότι κάποτε θα γινόταν τραγουδιστής, καθώς άλλωστε ήταν καθηγητής της αγγλικής – και μάλιστα ως τραγουδιστής του Θεοδωράκη, του συνθέτη που έθρεψε τη γενιά του. Η ενασχόλησή του με το τραγούδι προέκυψε τυχαία, μια βραδιά του 1966, σε μια από τις φιλόξενες, από κάθε άποψη, μπουάτ της Πλάκας, που δεν ήταν μόνο χώροι ψυχαγωγίας, αλλά και αγωνιστικής έξαρσης.
Εκεί λοιπόν που σιγοτραγουδούσε με την παρέα του τον άκουσε ο Νότης Μαυρουδής που έπαιζε στο πάλκο, τον ξεχώρισε και τον πλησίασε: «Δεν έρχεσαι πάνω να πεις δύο τραγούδια μου που τα λες ωραία;». Δίστασε, αλλά ενέδωσε. Κι έτσι μπήκε στο τραγούδι, με δύο συνθέσεις του Μαυρουδή σε στίχους Γιάννη Κακουλίδη, που σύντομα βγήκαν σ’ έναν μικρό δίσκο: «Σ’ αυτή τη γη» και «Φέρτε γλυκό κρασί».
Με τον Μαυρουδή συνδέθηκε έκτοτε με βαθιά εκτίμηση και φιλία. Γύρισαν μαζί δυο-τρεις δίσκους, δώσανε και συναυλίες –εδώ και στο εξωτερικό–, έκαναν κι έναν μεγάλο δίσκο με το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Ελύτη, που απαγορεύτηκε από τη χούντα.
Ο Πανδής τραγουδάει για λίγο στην Πλάκα, αλλά η θαυμαστή σχέση με το κοινό έχει λόγω χούντας εκλείψει. Τον ίδιο καιρό κάνει και τη θητεία του στον στρατό κάτω από συνθήκες καθόλου ευχάριστες. Διδάσκει αγγλικά σε φροντιστήρια, αλλά ο τόπος δεν τον κρατάει. Ο Μαυρουδής έχει ήδη φύγει για το Μιλάνο. Επειτα από λίγο φεύγει κι αυτός για το Παρίσι. Εκεί συναντάει τυχαία τον Μίκη Θεοδωράκη.
Με τον Μίκη
Είμαστε στο 1971 και ο συνθέτης ετοιμάζεται για μεγάλη περιοδεία. Ο Αντώνης Καλογιάννης, με τον οποίο, πριν βγει από την Ελλάδα ο Θεοδωράκης, συνεργαζόταν η Μαρία Φαραντούρη σε σειρά συναυλιών στο εξωτερικό, έχει επιστρέψει στην Ελλάδα και ο Θεοδωράκης αναζητάει επειγόντως τραγουδιστή. Μαζί με άλλους σε ακρόαση και ο Πανδής. Εγκρίνεται και αρχίζουν από την Αυστραλία.
«Οπου πήγαμε με τον Μίκη η ανταπόκριση του κόσμου ήταν φοβερή. Και μέσα στη δικτατορία και μετά. Το έργο του έχει μια ποιότητα που της εξασφαλίζει τη γενική αποδοχή και τη διάρκεια», είχε πει στη συνέντευξη του 1986. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, συναυλίες με τον Θεοδωράκη, αλλά και με τον Μαυρουδή – και πάντα εκτός ξενυχτάδικων, που δεν του άρεσαν.
Και ας κλείσω προσθέτοντας ότι, εκτός των άλλων, η φωνή του Πανδή έχει συνδεθεί επίσης με τα έργα του Θεοδωράκη «Μπαλάντες», σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη, που ερμηνεύει με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά, καθώς και με τις «Αρκαδίες», που έγραψε όντας εξόριστος της χούντας στη Ζάτουνα.
