Η αποστολή της εθνικής ομάδας έφτασε στην Αθήνα κουβαλώντας στις αποσκευές της, εκτός από την 11η θέση, τη στενοχώρια για τη διάψευση των προσδοκιών που η ίδια δημιούργησε και την ανησυχία για το άμεσο και το απώτερο μέλλον της.
Οι διαπιστώσεις, που κατά κόρον υπογραμμίστηκαν και αφορούσαν τόσο την αγωνιστική όσο και την εξωαγωνιστική υποστήριξή της, πείθουν ότι μετά τη συμπλήρωση μιας στείρας δεκαετίας (τελευταίο μετάλλιο το χάλκινο στο Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας το 2009) η διοίκηση της Ομοσπονδίας, και πιο συγκεκριμένα ο ισχυρός άνδρας της Γιώργος Βασιλακόπουλος, είναι και πάλι στο σταυροδρόμι κρίσιμων αποφάσεων που καλείται να πάρει το συντομότερο δυνατό.
Είναι προφανές ότι από το οικοδόμημα της εθνικής ομάδας έχει χαθεί το όραμα και η κατεύθυνση σε όλες τις ηλικίες και σε όλα τα επίπεδα, με αποκορύφωμα την Εθνική Ανδρών.
Είτε από σκοπιμότητα, είτε από ανάγκη, οι αποφάσεις των τελευταίων χρόνων δεν μοιάζουν αποτελέσματα ενός μακρόπνοου πλάνου, αλλά μπαλώματα που γίνονται για να περάσει η χρονιά, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή η συγκυρία θα βοηθήσει και θα έρθει κάποιο καλό αποτέλεσμα που θα μπορέσει να απαλύνει τη στενοχώρια και να καταλαγιάσει την γκρίνια από τις συνεχείς αποτυχίες, οι οποίες πλέον βαραίνουν σωρευτικά και φαίνεται. Ως τότε η κατάσταση συντηρείται με υπερβολές που φωτίζουν το δέντρο αλλά κρύβουν το δάσος.
Η διοργάνωση που εξελίσσεται στην Κίνα έδειξε ξεκάθαρα ότι για να προχωρήσεις, χρειάζεται να έχεις ομάδα σε όλα τα επίπεδα. Δεν αρκεί να έχεις έναν σούπερ σταρ, και μάλιστα τον MVP του ΝΒΑ Γιάννη Αντετοκούνμπο, ο οποίος όλοι πίστευαν ότι έφτανε για να αλλάξει επίπεδο η «γαλανόλευκη».
Είναι προφανές ότι πρόκειται για ένα υπερόπλο το οποίο όμως πρέπει να ενταχθεί σε ένα συνολικό πλάνο ομαδικής λειτουργίας για να αξιοποιηθεί, γιατί απλά δεν είναι ο σούπερμαν να πατάει ένα κουμπί για να πηδάει πάνω από όλους τους αντιπάλους που τον περικυκλώνουν και να καρφώνει (αφού υστερεί στο μακρινό σουτ) πετυχαίνοντας 45 πόντους κάθε βράδυ.
Πόσο μάλλον παίζοντας με κανονισμούς που έχουν ένα πνεύμα με το οποίο ουδέποτε έχει αγωνιστεί σε υψηλό επίπεδο και συνεπώς δεν είναι εύκολο να προσαρμοστεί, όπως φάνηκε από τον αφελή τρόπο που έδωσε τη δυνατότητα στους διαιτητές του αγώνα με την Τσεχία να τον χρεώσουν με 5ο φάουλ (που δεν ήταν).
Κι ο Γκάλης στο Παγκόσμιο του 1986 έβαζε 50 πόντους για πλάκα, αλλά τερματίσαμε 10οι. Χρειάστηκε να προστεθούν εργατοώρες και να επιτευχθεί η κατάλληλη χημεία, για να αρχίσουν οι υπερβάσεις. Οσο οι συμπαίκτες του Γιάννη αντιμετωπίζονται ως κομπάρσοι, θα παίζουν και ως τέτοιοι.
Δεν παραξενεύεται κανείς που όλοι όσοι πέρασαν από τον πάγκο της ομάδας έφυγαν με τη ρετσινιά του αποτυχημένου και με τη γενική κατακραυγή; Ολοι (Καζλάουσκας, Τρινκιέρι, Κατσικάρης, Μίσσας και στην αναμονή ο Σκουρτόπουλος) ήταν ανήμποροι να παρουσιάσουν ένα έργο; Πάντως ο Γιώργος Βασιλακόπουλος δεν έχει διστάσει να δηλώσει πως δεν θεωρεί το θέμα του προπονητή τόσο σημαντικό κι αυτή είναι μία εκ προοιμίου απαξίωση του θεσμού.
Από την άλλη οι περισσότεροι παίκτες που αποτελούν τον κορμό αυτής της ομάδας μένουν στο απυρόβλητο όσο παίζουν και τα ακούνε μόνο όταν αποφασίζουν να σταματήσουν, ειδικά όταν νιώθουν πως δεν μπορούν να συνεχίσουν γιατί φθείρονται και σωματικά και ψυχολογικά.
Το πιθανότερο είναι ότι τα πρώτα ονόματα του κύκλου των Ελλήνων προπονητών περισσότερο αποφεύγουν παρά επιθυμούν να πάρουν μια θέση η οποία έφερε σε κόντρα με την Ομοσπονδία ακόμα και τον άνθρωπο που ως παίκτης και ως προπονητής συμμετείχε σε όλες τις μεγάλες στιγμές, τον Παναγιώτη Γιαννάκη, ο οποίος είναι ανεπιθύμητος. Το ίδιο και ο Γκάλης, δηλαδή τα δύο ιερά τέρατα της πρώτης χρυσής εποχής, του ’87.
Την ίδια ώρα είναι γεγονός ότι η Εθνική δεν έχει πλέον την ίδια αντιμετώπιση από τη διαιτησία, προφανώς γιατί όσο ο Γιώργος Βασιλακόπουλος ήταν στην ηγεσία της διεθνούς σκηνής ομάδες κάθε ηλικίας είχαν ένα προβάδισμα στη διεκδίκηση υψηλών στόχων, όπως είχαν οι Σέρβοι την εποχή του Στάνκοβιτς. Τώρα πληρώνουμε τα σπασμένα…
Ολα αυτά, σε συνδυασμό και με την αέναη κόντρα Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού, έχουν δημιουργήσει ένα τοξικό κλίμα στην ατμόσφαιρα το οποίο άλλες φορές γίνεται πιο έντονο και άλλες ηπιότερο, μέχρι να ξαναφουντώσει στην επόμενη αποτυχία. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο καθένας προσπαθεί να διώξει τις ευθύνες από πάνω του, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ένα καθεστώς προχειρότητας.
Το πιο σημαντικό δεν είναι πού βρισκόμαστε, αλλά προς ποια κατεύθυνση βαδίζουμε. Κι αυτή τη στιγμή η εθνική ομάδα -ως οργανισμός- μοιάζει να μην έχει έναν στόχο, μια πυξίδα, όπως εκείνη που είχε ο αείμνηστος Κώστας Πολίτης ξεκινώντας στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το αναπτυξιακό πρόγραμμα, το οποίο απέδωσε γρήγορα καρπούς.
Η διοίκηση τρέχει πίσω από τα προβλήματα και δεν τα λύνει πριν δημιουργηθούν, οι προπονητές, με ή χωρίς προσωπικότητα, δεν μπορούν να καταστρώσουν μακρόπνοα σχέδια γιατί νιώθουν αναλώσιμοι. Οι παίκτες προσπαθούν να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους, αλλά από ένα σημείο και μετά αρχίζουν να κοιτάνε τις ομάδες που τους πληρώνουν.
Είναι αλήθεια ότι δεν έχουμε σουτέρ, αλλά ούτε το 2005 είχαμε. Ούτε και ο Γιάννης (Αντετοκούνμπο) μπορεί να σουτάρει από μακριά, άρα δεν είναι πανάκεια. Εχει άλλα χαρακτηριστικά που χρειάζονται ειδικό τρόπο για να αξιοποιηθούν, γιατί αλλιώς φαίνονται ακόμη πιο έντονα οι αδυναμίες του.
Κάποια στιγμή ίσως αξιολογήσει, μαζί με τους Μπακς, ότι το να παίζει στην Εθνική Ελλάδας περισσότερο πλήττει τη φήμη του παρά την ενισχύσει. Και τότε άντε να πειστεί να έρθει να ξαναπαίξει. Αυτό είναι ένα ερώτημα με το οποίο θα ζούμε αναπόφευκτα κάθε καλοκαίρι. Ενδεχομένως σταδιακά να υπάρξουν κι άλλες απώλειες.
Η βασική συζήτηση είναι κατά πόσο είναι η στιγμή να υπάρξουν γενναίες αποφάσεις, από εαυτούς και αλλήλους. Αν μπορούν να αμβλυνθούν οι εγωισμοί. Αν η ίδια η κοινότητα του μπάσκετ βολεύεται με την υπάρχουσα κατάσταση και απλώς φωνάζει από τον καναπέ και το πληκτρολόγιο, παρά δουλεύει για να δημιουργηθεί η επόμενη μέρα. Με ή χωρίς Βασιλακόπουλο.
Γιατί κι αυτό είναι ένα βασικό θέμα στο οποίο η πλειονότητα καταλήγει σε εύκολες αφοριστικές ετυμηγορίες, αλλά κανείς δεν έχει τη διάθεση να μετατρέψει τη θεωρία σε πράξη. Καλά τα παραδείγματα για παλιούς παίκτες που έγιναν πρόεδροι, αλλά πού είναι; Καλά τα προπονητικά σταφ με συνεργασίες μεγάλων ονομάτων, αλλά βρες κάποιον που θα δεχτεί να αποτελέσει μέρος ενός τέτοιου σχήματος.
