ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι μέρες μετά τις διακοπές κυλούσαν αργά, σαν να μην κυλούσαν καθόλου. Δουλειές και υποχρεώσεις υπήρχαν, αρκετές για να τρώνε τις ώρες της ημέρας, για να μην προλάβεις να καθίσεις μισή ώρα το πρωί να πιεις έναν καφέ.

Ενιωθε κουρασμένος, νύσταζε διαρκώς. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να σχολάσει, να πάει σπίτι, να φάει, να κοιμηθεί. Το τελευταίο μισάωρο της δουλειάς ήταν το χειρότερο: χτυπούσαν τηλέφωνα, έσκαγαν «εκκρεμότητες»…

Οι συνάδελφοι μιλούσαν, γελούσαν.

«Μα, τι κάνουν;» αναρωτιόταν. «Δεν θέλουν να φύγουν; Δεν έχουν σπίτια να πάνε; Φίλους; Οικογένεια; Δεν πάνε για μπάνιο να συνέλθουν;»

Κοίταζε το ρολόι του. «Λίγη ώρα έμεινε. Θα περάσει…» Ηθελε να φύγει μόνο.

Ηταν μόνος του στο σπίτι. Μόνος του και στην πολυκατοικία. Οι γείτονες έλειπαν διακοπές, η Μαρία είχε πάει στο χωριό. Να δει τους γονείς της.

Τους έβλεπε όλο τον χρόνο στην Αθήνα, αλλά πήγαινε και στο χωριό όπου ξεκαλοκαίριαζαν.

Την απολάμβανε αυτήν τη μοναξιά. Εβλεπε τηλεόραση με μεγάλη ένταση, έβαζε όσο δυνατά ήθελε τη μουσική. Η Μαρία πάντα του έκλεινε τη μουσική.

«Επιτέλους, δεν αντέχω. Δεν καταλαβαίνεις ότι με κουράζει;» του έλεγε ενώ έκανε δουλειές τα πρωινά της Κυριακής. «Ολη μέρα στη δουλειά μού παίρνει το μυαλό…»

Αλλά τώρα έλειπε. Αύγουστος… Δεν του γκρίνιαζε για τους πειραματισμούς στην κουζίνα, ούτε γιατί δεν θα έβγαιναν.

Το βράδυ κλείδωνε την είσοδο της πολυκατοικίας και το πρωί την ξεκλείδωνε. Η ευτυχία θα τελείωνε όταν θα έβρισκε την κύρια είσοδο ξεκλείδωτη. Θα άρχιζε η επιστροφή…

Φέτος, όμως, κάτι είχε αλλάξει. Γύριζε στο σπίτι, έκανε μπάνιο, έτρωγε. Εβγαινε στο μπαλκόνι, αλλά δεν δροσιζόταν. Ποιος, αυτός που ακόμη και με καύσωνα φορούσε κοντομάνικο φανελάκι μέσα από το πουκάμισο.

Τις νύχτες κοιμόταν γυμνός, όπως τον γέννησε η μάνα του, και ξεσκέπαστος. Πεταγόταν στον ύπνο του γιατί ένιωθε ότι πνιγόταν. Εμπαινε στο ντους και έριχνε πάνω του κρύο νερό. Βρεγμένος ξανάπεφτε στο κρεβάτι.

Το πρωί ένιωθε κουρασμένος. Περίμενε να νυχτώσει πάλι, μήπως κοιμηθεί, μήπως ξεκουραστεί. Στο τηλέφωνο με τη Μαρία ήταν μετρημένος.

«Τι κάνεις;» «Καλά. Εχουμε πολλή δουλειά».

«Τι έφαγες χθες;» «Μπιφτέκια και σαλάτα».

Δεν τη ρωτούσε πώς τα περνάει. Δεν ήθελε λεπτομέρειες.

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Εκείνος δεν ήταν καλά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από πέρυσι, γιατί ήταν έτσι;

Δύο βράδια πριν γυρίσει η Μαρία, έτσι όπως κοιμόταν, πήρε αγκαλιά το μαλιξάρι της. Του φάνηκε ότι είχε ακόμη τη μυρωδιά της. Κι ας είχε αλλάξει σεντόνια.

Πέρυσι, τέτοιες μέρες, θα σκεφτόταν πόσο του έλειπε. Θα περίμενε να τη δει, να τον ρωτήσει: «Τι αταξίες έκανες όσο έλειπα;» Τώρα δεν ένιωθε τίποτα.

Πέταξε το μαξιλάρι στον τοίχο απέναντι. Σηκώθηκε και ανακάθισε στο κρεβάτι. Αρχισε να ζαλίζεται. Μπήκε στο ντους, άνοιξε το κρύο νερό, αλλά δεν δροσιζόταν. Η αναπνοή του είχε γίνει βαριά, είχε δύσπνοια.

Βρήκε το σπρέι για τις εισπνοές, αυτό που έπαιρνε για το αλλεργικό άσθμα την άνοιξη. Εκανε δύο εισπνοές, ύστερα άλλες δύο. Αρχισε να συνέρχεται. Γέμισε δύο φορές το ποτήρι του με νερό από το ψυγείο και το άδειασε μονορούφι.

Κάθισε, έτσι γυμνός, μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε: δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Δεν ήταν εκείνος, δεν θυμόταν πότε είχε αλλάξει.

Το μόνο που ένιωθε ήταν μια ανίκητη ανάγκη να φύγει. Να πάει κάπου. Μακριά από τη Μαρία, μακριά από τη δουλειά, μακριά από την πόλη.

Ετσι απότομα το αποφάσισε. Ετοίμασε ένα σακίδιο, έγραψε ένα σημείωμα: «Δεν ξέρω πότε θα έρθω. Μη με περιμένεις. Φεύγω». Το άφησε πάνω στο τραπέζι, κάπου να φαίνεται.

Το πρωί πήρε τηλέφωνο στη δουλειά. Ρώτησε αν μπορούσε να πάρει το υπόλοιπο της άδειάς του, τρεις εβδομάδες. Ηταν ανάγκη.

Του είπαν ότι μπορούσε να φύγει από αύριο. Οταν θα γύριζε ο Στέλιος.

Πήρε το σακίδιο, βγήκε από το σπίτι και κλείδωσε. Το ίδιο απόγευμα θα έπαιρνε το πρώτο πλοίο που θα έβλεπε να φεύγει από τον Πειραιά.