Στο μπάσκετ δεν αρκεί μονάχα η ατομική δουλειά. Ο κάθε παίκτης μίας ομάδας οφείλει να αναζητεί και τα σημεία εκείνα που θα του επιτρέπουν την απόκτηση μεγαλύτερης συνοχής με τους συμπαίκτες του. Αυτά όλα αφορούν στην εσωτερική προετοιμασία που κάνει το κάθε συγκρότημα. Μετά, όμως, απαιτείται το διάβασμα του αντιπάλου. Και κυρίως η δυνατότητα να ανταποκρίνεσαι πρακτικά στις δυσκολίες που αυτός σου βάζει σε συνθήκες αγώνα.
Πότε παίζει, άραγε, καλά μία ομάδα στο μπάσκετ; Όταν κάνει καλά αυτά που μπορεί. Και όταν ταυτόχρονα περιορίζει όσο περισσότερο γίνεται τον αντίπαλο και τα δικά του ατού. Γιατί αν παίζεις εσύ καλά, αλλά δεν μπορείς να αποτρέψεις τον αντίπαλο να κάνει κάτι παρεμφερές, το όποιο σου πλεονέκτημα μειώνεται και τότε το πού θα γείρει η πλάστιγγα εξαρτάται από άλλους παράγοντες. Ακόμα και από την τύχη ή κάποια διαιτητικά σφυρίγματα…
Και πότε μία ομάδα κάνει υπερβάσεις; Όταν μπορεί να πιάνει το δικό της ταβάνι και ταυτόχρονα να περιορίζει τον αντίπαλο, εκμεταλλευόμενη τις όποιες αδυναμίες του. Όπως έκανε, για παράδειγμα, η Εθνική ομάδα του Παναγιώτη Γιαννάκη απέναντι στις ΗΠΑ στον επικό ημιτελικό του Μουντομπάσκετ του 2006. Μία μονάχα από αυτές τις παραμέτρους να μη λάμβανε χώρα και η Ελλάδα δεν θα νίκαγε ποτέ.
Η Εθνική Ελλάδας του Θανάση Σκουρτόπουλου στην πρώτη φάση του φετινού Παγκοσμίου Κυπέλλου της Κίνας έδειξε πως ψάχνεται να βρει το πικ της (σε άμυνα και επίθεση) και να το αγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερα λεπτά μπορεί πάνω στο παρκέ.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν διαστήματα και συγκυρίες που δεν μπορεί να σταματήσει τους αντιπάλους από το να πάρουν το μάξιμουμ από τα δικά τους πλεονεκτήματα. Είτε αυτά είναι κάποια ατομικά προσόντα, κάποια ικανότητα στο περιφερειακό σουτ, γρήγορη κίνηση στην επίθεση, ένα ρίσκο παραπάνω, μία σύνθετη άμυνα, η σωματική δύναμη, και πάει λέγοντας.
Θα πει κάποιος είναι τόσο μεγαλόσχημα, ρε παιδιά, τα πράγματα; Πρέπει να μας πιάνει «πονοκέφαλος» από μία δραστηριότητα κατά βάση ψυχαγωγίας; Δυστυχώς, το μπάσκετ δεν είναι μία απλοϊκή και εύπεπτη υπόθεση. Ευτυχώς, αυτά όλα αφορούν κυρίως στους παίκτες και στους προπονητές.
Απλά, η Lady Hope συνιστά πως πριν πιάνει το μαζικό υποσυνείδητο μεγάλος ενθουσιασμός (που οδηγεί στην αδυναμία επαφής με την πραγματικότητα) ή μεγάλη απογοήτευση (που οδηγεί ακόμα και στην όψιμη «ανθρωποφαγία») πρέπει να σταθμίζουμε διάφορες παραμέτρους. Δεν μπορούμε να ζητάμε από κάποιους πράγματα που δεν μπορούν να κάνουν, δεν γίνεται όμως να παραγνωρίζουμε πως κάποια άλλα που είναι εφικτά δεν εφαρμόζονται στο έπακρο.
Εν ολίγοις, μάλλον πρέπει να κρίνουμε με βάση το αν κάνουν καλά αυτά που εξαρχής μπορούσαν…
