ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλεξάνδρος Πηγαδάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων είχε πολλαπλές επιπτώσεις στην κοινωνική γεωγραφίας της Αθήνας και του Πειραιά. Η πόλωση της μεσοπολεμικής κοινωνίας ήταν ορατή στον πολεοδομικό χώρο και όχι μόνο. Πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μας εφαρμόστηκε στις πόλεις ο ηθελημένος κοινωνικός διαχωρισμός.

Οι κυρίαρχες τάξεις, νιώθοντας την απειλή των «επικίνδυνων τάξεων», των μαζών, αποσύρθηκαν προσεχτικά στις δικές τους συνοικίες. Η πολιτική αποκατάσταση των προσφύγων δημιούργησε αμιγείς λαϊκές και εργατικές περιοχές. Ο διαχωρισμός ήταν τόσο σαφής και εμφανής, ώστε να διευκολύνεται η χαρτογράφηση των κοινωνικών ομάδων, παρά την απουσία σχετικών μελετών.

Η πολεοδομική πολιτική του κράτους

Η χωροθετική πολιτική που υιοθέτησε η ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων) στην Αθήνα έμελλε να αλλάξει ριζικά το μοντέλο της οικιστικής επέκτασης για τις επόμενες δεκαετίες. Με την οικιστική ανάπτυξη και την επέκταση της υποδομής, η ανθρωπογεωγραφική δομή της Αττικής άλλαξε ριζικά. Μετά το 1922, κυριολεκτικά από τη μία μέρα στην άλλη, η Αθήνα και ο Πειραιάς περιτριγυρίστηκαν από συνοικισμούς και συνενώθηκαν σε ένα ενιαίο πολεοδομικό συγκρότημα.

Πρώτη κίνηση στο οικιστικό πρόγραμμα του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων ήταν να παραλάβουν από την κυβέρνηση τρεις συνοικισμούς που απείχαν τουλάχιστον 4 χλμ. από την Αθήνα. Οι συνοικισμοί αυτοί ήταν η Νέα Ιωνία, η Καισαριανή και ο Βύρωνας. Αντίστοιχα στον Πειραιά, υπήρχε, η Νέα Κοκκινιά, όπου είχε τοποθετηθεί ήδη μια προσφυγική κοινότητα.

Στον πυρήνα του Βύρωνα χτίστηκαν αρχικά 1.764 κατοικίες, της Καισαριανής 1.998 και της Νέας Ιωνίας 3.864. Το Παγκράτι ήταν η πρώτη περιοχή, όπου χτίστηκαν μόνιμες προσφυγικές κατοικίες, αρχικά 2.670 και στην Καλλιθέα αναφέρονται 1.965 το 1925.

Η μεγάλη οικιστική επέκταση, τόσο γύρω από αυτούς τους συνοικισμούς όσο και σε άλλα προάστια, προκάλεσε τεράστιες αλλαγές στην πολεοδομική δομή της πρωτεύουσας. Μεγάλες κενές εκτάσεις χώρισαν την Αθήνα από τον Πειραιά. Κατά το διάστημα 1920-28 πύκνωσαν ταχύτατα οι περιοχές των προσφυγικών συνοικισμών, δηλαδή τα προάστια του Πειραιά, τα βόρεια και τα νοτιοανατολικά.

Οι προσφυγικοί συνοικισμοί και τα βορειοδυτικά προάστια αναπτύσσονταν σταθερά καθ’ όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου. Μάλιστα, είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ ο πυρήνας της Αθήνας δεν έχανε τον δυναμισμό του, ο πληθυσμός του Πειραιά άρχιζε να φθίνει ήδη κατά τη διάρκεια του 1930.

Σε αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο της ελληνικής πολεοδομικής ιστορίας, η ΕΑΠ μπορεί να χαρακτηριστεί ως «πολεοδόμος» του συγκροτήματος της πρωτεύουσας. Και αυτό γιατί, αποφάσισε το 1924 να μην οικοδομήσει μέσα στην πόλη. Αντίθετα, συνέχισε να δημιουργεί κοινότητες στα προάστια. Με άλλα λόγια, ο αποκλεισμός και ο γεωγραφικός διαχωρισμός των προσφύγων ήταν προμελετημένος, εσκεμμένος και σχεδιασμένος από την ΕΑΠ και το κράτος.

Το 1925, η κατάσταση είχε ήδη ξεφύγει από τα χέρια των πολεοδόμων. Ο όγκος και ο βαθμός της οικιστικής εξάπλωσης και της πληθυσμιακής αύξησης των νέων συνοικιών είχε ξεφύγει τελείως από τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών.

Η διαδικασία της λαϊκής οικοδόμησης και των αυθαιρέτων είχε αρχίσει. Η αμελητέα κρατική δραστηριότητα, που αναπτύχθηκε κατά το διάστημα 1926-40, δικαιολογεί την εκτίμηση ότι η άμεση επιρροή της στην επέκταση της Αθήνας κράτησε μόνο για τρία χρόνια (1923-25).

Οταν διέγνωσαν το μέγεθος της οικιστικής διασποράς, που δημιούργησε η πολιτική τους, ήταν πια πολύ αργά για να την ανακόψουν. Η οικιστική διασπορά ήταν ταχύτατη στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Συνέπεια αυτού ήταν η οικοδομημένη περιοχή που έφτασε ώς τους πρόποδες του Υμηττού και του Αιγάλεω και ώς τη Μονή Πεντέλης.

Διαστρωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού

Ο κοινωνικός διαχωρισμός επεκτάθηκε στην οικιστική πολιτική, που υιοθέτησαν η ΕΑΠ και το υπουργείο Πρόνοιας με σαφείς διακρίσεις ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς πρόσφυγες. Οι πρώτοι κέρδιζαν ακίνητα σε δημοπρασίες ή ενισχύθηκαν να χτίσουν διάφορους τύπους ιδιωτικής κατοικίας.

Από την άλλη πλευρά, οι δεύτεροι στεγάσθηκαν από κρατικές υπηρεσίες, αν δεν αφέθηκαν τελείως στην τύχη τους. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να δημιουργηθούν δύο τύποι αυτοστέγασης.

Ο πρώτος αφορούσε τους άπορους πρόσφυγες, που έχτιζαν παραγκουπόλεις. Ο δεύτερος τους πιο εύπορους, που εγκαταστάθηκαν σε πιο κεντρικές περιοχές και οικόπεδα αγορασμένα από την ΕΑΠ. Αυτή η διττή κοινωνική διάρθρωση της αυτοστέγασης ίσχυε γενικότερα στις πόλεις και διατηρήθηκε ώς σήμερα.

Γενικά, το υπουργείο Πρόνοιας πραγματοποιούσε τη στέγαση δωρεάν και το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων χρέωνε κάποιο συμβολικό ενοίκιο. Ωστόσο, η ΕΑΠ παρείχε μόνιμες κατοικίες που ενοικιάζονταν ή συνηθέστερα πωλούνταν. Η πολιτική αυτή έτεινε να αναπαράγει μια κοινωνική διαστρωμάτωση διαφορετική από εκείνη που επικρατούσε μέχρι τότε.

Σε άλλους πρόσφυγες, για παράδειγμα, που είχαν τη δυνατότητα να χτίσουν μόνοι τους τα σπίτια, παραχωρήθηκαν οικόπεδα και δάνεια. Η μεγαλύτερη και καλύτερη περιοχή, η Νέα Σμύρνη, δημιουργήθηκε στα νότια της Αθήνας. Σε κεντρική τοποθεσία εξαρχής ρυμοτομημένη και εξοπλισμένη με δρόμους, δίκτυα και δημόσια κτίρια.

Οι Σμυρναίοι πρόσφυγες, ανώτερα κοινωνικά στρώματα στον τόπο προέλευσής τους, ίδρυσαν επιτροπή το 1923. Η συγκεκριμένη επιτροπή πέτυχε την απαλλοτρίωση της περιοχής στα ανατολικά της λεωφόρου Συγγρού το 1924, επί κυβέρνησης Πλαστήρα. Το διάταγμα εφαρμόστηκε αστραπιαία και η οικοδόμηση της Νέας Σμύρνης άρχισε το 1925.

Το 1928 ο Βενιζέλος κάλεσε γαλλική εταιρεία να αναλάβει την οικοδόμηση του οικισμού και εξέδωσε δάνειο για την κατασκευή του. Η οικονομική αδυναμία όμως ορισμένων προσφύγων να εκμεταλλευτούν τα οικόπεδά τους προκάλεσε σύντομα εισβολή ντόπιων εύπορων στρωμάτων στη Νέα Σμύρνη. Με την ίδια διαδικασία, χτίστηκε η Νέα Καλλικράτεια στο νότιο άκρο της Πειραϊκής. Οι δύο αυτές συνοικίες αναπτύχθηκαν σε αμιγείς μεσοαστικές κοινότητες.

Αντίθετα, στους φτωχότερους προσφυγικούς συνοικισμούς οι κατοικίες κατασκευάζονταν από εργολάβους και μετά πωλούνταν στους πρόσφυγες. Η απόπειρα αυτή εμπορευματοποίησης του οικιστικού χώρου πέτυχε μόνο σε μικρή έκταση.

Λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι λίγοι πρόσφυγες μπορούσαν να αποκτήσουν τη δική τους κατοικία. Ενα επίσης σημαντικό ποσοστό ζούσε σε αποθήκες, εργοστάσια, δημόσια κτίρια και σκηνές το 1927. Μεγάλο ήταν και το ποσοστό των προσφύγων (29%) που ζούσε σε ακατάλληλες κατοικίες, όπως στρατώνες, σχολεία, σκηνές και τρώγλες.