Την αφορμή για το παρόν κείμενο μου έδωσε ο σχεδιασμός του «επιτελικού κράτους» και ειδικότερα η «εκλογή» των υπηρεσιακών γενικών γραμματέων των υπουργείων. Τα «τυπικά εκπαιδευτικά προσόντα» βαθμολογούνται έως το 25% της συνολικής βαθμολογίας, η «εμπειρία» έως το 35% και η «συνέντευξη» έως το 40%.
Θα μπορούσα λοιπόν να προβώ σε μια σύγκριση με την επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών/τριών, όπως θεσμοθετήθηκε (1998) στον Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όταν η οικεία «ζήτηση» αναμφίβολα επέτεινε τις άνωθεν «υπερβάσεις». Πώς θα μπορούσαν οι τελευταίες να «εκμηδενιστούν», τόσο ως «πρόθεση» όσο ιδίως ως «αποτέλεσμα»;
Ετσι, με «άριστα» το εκατό θα μπορούσε να γίνει η εξής κατανομή:
- Γενικός βαθμός πτυχίου (έως 10 μονάδες)
- Μέσος όρος βαθμολογίας στα προπτυχιακά μαθήματα τα σχετικά με το πρόγραμμα των μεταπτυχιακών σπουδών – Επίδοση σε τυχόν διπλωματική εργασία (έως 20 μονάδες)
- Ερευνητικές εργασίες και δημοσιεύσεις (έως 15 μονάδες)
- Γραπτές εξετάσεις (έως 50 μονάδες), με τρεις «εξεταστές» γραπτών με καλυμμένα ονοματεπώνυμα
- Προφορική συνέντευξη (έως 5 μονάδες).
Αντίστοιχα, κατά την επιλογή των υποψήφιων διδακτόρων συνεκτιμώνται τα εξής κριτήρια (άριστα: 100 μονάδες):
- Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία (έως 50 μονάδες)
- Γραπτές εξετάσεις (έως 40 μονάδες)
- Προφορική συνέντευξη (έως 10 μονάδες).
Τώρα που κινδυνεύει να πέσει «κεραμίδα» στα κεφάλια των νεαρότερων συναδέλφων: Για να είναι διατυπωμένος σε όσο γίνεται «κοινή» γλώσσα ένας κώδικας αξιολόγησης, που ως συνδυασμός ποσότητας και ποιότητας να τελεί υπό αναπροσαρμογή, επιβάλλεται να προτάσσεται το πλαίσιο αναγκών ενός τομέα. Να ακολουθεί η καταγραφή των τρόπων αντιμετώπισης αυτών των αναγκών. Και να ολοκληρώνεται με τους «δείκτες» της προσφοράς των τομέων ως πρωτογενών φορέων της διδακτικής και ερευνητικής παρουσίας των Πανεπιστημίων.
Αν στοιχειοθετείται μια διαφορετική σειρά κλιμακούμενων πεδίων αξιολόγησης, για να δοθεί τελικώς κάποιο «πριμ παραγωγικότητας», υποκρύπτονται η αφελής ποσοτικοποίηση των όποιων «δεδομένων» και η παντελής αγνόηση των όρων κυοφορίας της πνευματικής δημιουργίας. Να πάρω ένα παράδειγμα αξιολογικού μέτρου. Ο «Citation Index», που είχε για δεκαετίες παγιωθεί στις θετικές επιστήμες, χωρίς να έχει συμβεί το ίδιο στις κοινωνικές, παρά τη βραχύβια ερωτοτροπία, επιφέρει πράγματι ενδοκλαδικό «prestige». Δεν προϋποθέτει όμως τη δημοσίευση μιας έστω επαρκούς βιβλιοκρισίας για τον κρινόμενο ερευνητή που διαθέτει σειρά δημοσιευμένων βιβλίων. Ετσι που ο αριθμός των «αναφορών» να διαθέτει ομότροπη λειτουργία προς την επιμέτρηση της ακροαματικότητας των τηλεοπτικών εκπομπών.
Ενα βήμα περαιτέρω: τελευταία είχαν προστεθεί με τον ίδιο τρόπο οι «citations» στις εσχατιές του πλανήτη μας. Οι κομπιούτερ βέβαια δεν είχαν μάθει να ξεχωρίζουν τις «αυτοαναφορές» ή τις παραπομπές σκοπιμότητας, λόγω «προαγωγών» και φατριαστικής συμπεριφοράς του ακαδημαϊκού σιναφιού. Σε κάποια όμως στιγμή έγινε αντιληπτή η αισθητή μείωση του συνόλου των «αναφορών». Δηλαδή, μέσα από τη διαδικτυακή (και όχι «συμβατική») δημοσίευση των επιστημονικών εργασιών οι περισσότερες υποσημειούμενες αναφορές είχαν τη χρησιμότητα που μόλις ανέφερα. Ολες οι άλλες φάνηκε ότι πλεονάζουν…
Από άλλη οπτική γωνία, αν υποτεθεί ότι μπορεί κάπως να απομονωθεί το συγγραφικό-ερευνητικό έργο των πανεπιστημιακών λειτουργών, τότε έχουμε να κάνουμε με μια σύνθετη αξιολογική ενέργεια. Δηλαδή, με βιβλία (αυτοτελή, επιμέλειες συλλογικών τόμων, υπομνηματισμένες μεταφράσεις), «συμβατικά» ή ηλεκτρονικά. Με εργασίες, ατομικές ή συλλογικές, σε εγχώρια και διεθνή περιοδικά, σε πρακτικά συνεδρίων και σε συλλογικούς τόμους, μεταφράσεις και βιβλιοκρισίες. Με τα ερευνητικά ενδιαφέροντα ως συσχέτιση αριθμητικών δεδομένων και ιδιοσυστασίας του συγγραφικού έργου.
Με τη συγκροτησιακή ιδιαιτερότητα των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων στην ιστορική τους εκδίπλωση. Με την εδραίωση του «κριτηρίου αρμοδιότητας» στις «κοινότητες» της «κοινότητας» ομοτέχνων. Με το μερίδιο στον εθνικό και τον διεθνή επιμερισμό της επιστημονικής γνώσης (σε ορισμένες χώρες αυτό είναι αρκετά υψηλότερο σε σχέση με την οικονομική και πολιτική τους παρουσία). Με τον αναστοχασμό για το παρόν και το μέλλον του Πανεπιστημίου. Με τους τρόπους συμμετοχής στην κατανόηση των δομών και των μέσων υπέρβασης των σημερινών κοινωνιών.
Αν υιοθετηθεί ένα τέτοιο πλαίσιο κριτηρίων, το οποίο προφανώς θα μπορούσε να εμπλουτιστεί, θα αποκτούσε νόημα ο δημόσιος έλεγχος των Πανεπιστημίων. Ολα τα άλλα λειτουργούν σαν πασαρέλα «καλλιστείων» εντός του πλανήτη μας. Ισως και σ’ εσάς να προκρίνεται η σύντμηση του χρόνου μαθητείας με αποτέλεσμα το ανετότερο «δικαίωμα εισόδου» στο οικείο επιστημονικό πεδίο, αν και η ζήτηση τελευταία έχει αυξηθεί δυσανάλογα προς την προσφορά θέσεων. Κάποτε, όμως, με πρότυπο τους «star professors», εμφανίζονται προχειρότητες συγγραφικών συνθέσεων με εκατοντάδες, τουλάχιστον, απλουστεύσεων και παραναγνώσεων. Δεν είναι, τέλος, αμελητέο το γεγονός της «διακειμενικότητας». Δηλαδή, του αδήλωτου περάσματος από το ένα κείμενο στο άλλο, τόσο στα τμήματα πρώτης όσο και της δεύτερης και της τρίτης διαλογής.
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
