Επισκέφθηκα την Ελαφόνησο τη δεύτερη μέρα της φωτιάς και διαπίστωσα ότι, ενώ ο κίνδυνος για πυρκαγιά ήταν μεγάλος, ο σχεδιασμός για την αντιμετώπισή του ανύπαρκτος, η δε αποτελεσματικότητα της επέμβασης τραγική. Η φωτιά, που μπορούσε μέσα σε ένα λεπτό να σβήσει, τέθηκε υπό έλεγχο μετά από δύο ημέρες, αφού βέβαια προξένησε μεγάλη καταστροφή.
Η συνολική επιφάνεια των εκτάσεων που κάηκαν ξεπέρασε τα 5.000 στρέμματα, δηλαδή πρόκειται για μια μεγάλη οικολογική και οικονομική καταστροφή σε ένα νησί που το σύνολο της εδαφικής του αγροτοδασικής επιφάνειας έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενη περιοχή Natura.
Η πυρκαγιά προήλθε από φωτιά που ξέσπασε στην μπαρουταποθήκη του νησιού, τη χωματερή, κάτι που δυστυχώς συμβαίνει για πολλά χρόνια με πολλές χωματερές σε όλη τη χώρα. Κι εδώ μπαίνει ένα πρώτο ερώτημα:
Γιατί οι δημοτικοί άρχοντες δεν υφίστανται τις συνέπειες αυτής της εγκληματικής τους αδιαφορίας;
Το χειρότερο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι δεν υπήρχε σε όλο το νησί, που αποτελεί χωριστή δημοτική οντότητα, ούτε ένα πυροσβεστικό όχημα για να επέμβει άμεσα.
Ποιος φταίει γι’ αυτή την παράλειψη;
Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 4 το πρωί της 10/8/2019 που ξέσπασε η φωτιά το πρώτο πυροσβεστικό όχημα ήρθε στο νησί, που απέχει 5 λεπτά από την ξηρά, μετά από 5 ώρες, όταν η φωτιά είχε πλέον ξεφύγει.
Υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως:
Ποια στιγμή ενημερώθηκε για επέμβαση η Πυροσβεστική Υπηρεσία και γιατί έμεινε ακάλυπτο το νησί από την πλευρά της τουλάχιστον 3 ώρες, όταν μάλιστα η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας είχε χαρακτηρίσει την περιοχή κόκκινη;
Στη συγκεκριμένη πυρκαγιά συνέβη κι αυτό που εδώ και 20 χρόνια συμβαίνει σε όλη την ελληνική ύπαιθρο και αποτυπώνεται σε μια χαρακτηριστική εικόνα για τη χώρα μας: όταν εκδηλώνεται ένα επεισόδιο αγροτοδασικής πυρκαγιάς, όλων το βλέμμα στρέφεται προς τον ουρανό, αναμένοντας τα εναέρια πυροσβεστικά μέσα να την καταστείλουν.
Με την αντίληψη αυτή έχει δημιουργηθεί στις τοπικές κοινωνίες μια νοοτροπία εκδήλωσης αγανάκτησης κατά πάντων γιατί δεν ήρθαν έγκαιρα να σβήσουν τη φωτιά στην αυλή τους.
Στο νησί ήρθαν την πρώτη ημέρα πυροσβεστικά εναέρια μέσα, αλλά δεν μπόρεσαν εξαιτίας των ανέμων να λειτουργήσουν αποφασιστικά. Μόνο την επομένη και αργά το απόγευμα, όταν ουσιαστικά η καταστροφή είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις, επενέβησαν και έθεσαν την πυρκαγιά υπό έλεγχο.
Ολοι όσοι συμμετέχουν σήμερα στη δασοπυρόσβεση χρειάζονται. Η χρήση όμως των εναέριων μέσων ως του μοναδικού εργαλείου αντιμετώπισης των πυρκαγιών είναι επικίνδυνη γιατί έχει αποτέλεσμα την απόλυτη έμφαση στην καταστολή, σε βάρος της πρόληψης και της έγκαιρης επέμβασης, που αποτελούν τους βασικότερους συντελεστές για την επιτυχή αντιμετώπισή τους.
Η πιθανότητα να ζούμε πλέον μεγάλες καταστροφές είναι εξαιρετικά μεγάλη, πόσο μάλλον όταν σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, σε δύσβατες περιοχές και σε νυχτερινές ώρες δεν υπάρχει και καμία δυνατότητα επέμβασης.
Η ανάγκη λοιπόν της επαναπροσέγγισης του μοντέλου διαχείρισης των πυρκαγιών στη χώρα είναι πλέον προφανής.
Ενας σωστός σχεδιασμός προστασίας από τις πυρκαγιές προϋποθέτει την κατάρτιση αντιπυρικών σχεδίων σε όλη την επικράτεια, τα οποία πρέπει να στηρίζονται κυρίως στην πρόληψη και δευτερευόντως στην καταστολή.
Επιτυχής πρόληψη υπάρχει όταν μειώνονται μέχρι μηδενισμού οι πιθανότητες ανάφλεξης.
Επιτυχής καταστολή υπάρχει όταν μέσα σε 10 λεπτά από την έναρξη του επεισοδίου της φωτιάς γίνει επέμβαση.
Και τα δύο αυτά, ενώ μπορούσαν, δεν υπηρετήθηκαν στην Ελαφόνησο.
Ολα αυτά τα υποστηρίζω εδώ και πολλά χρόνια και ήδη έχουν γίνει μερικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.
Αναλυτικότερες όμως προτάσεις υπάρχουν τόσο στο ομόφωνο πόρισμα της Βουλής του 1993, που ασφαλώς εξακολουθεί να είναι και σήμερα χρήσιμο ως οδηγός, όσο και στο πρόσφατο πόρισμα της Επιτροπής Goldammer για τη διερεύνηση των αιτίων των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα.
Παρ’ όλα αυτά η μαγευτική Ελαφόνησος εξακολουθεί να παραμένει ένας ασφαλής και ελκυστικός προορισμός για όλους.
* Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας
