ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακτιβίστρια, μαχήτρια μεγάλη και σύμμαχος των κοινωνικά αποκλεισμένων και μη προνομιούχων νέων καλλιτεχνών. Ταυτισμένη με τις διεκδικήσεις των μαύρων της Αμερικής. Aνεπανάληπτη στα ρομαντικά έργα του Ρ. Στράους -τόσο στα «Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια» του όσο και στην «Αριάδνη στη Νάξο».

Οικεία σε μας εδώ στην Ελλάδα από την περίφημη Μυθωδία του Βαγγέλη Παπαθανασίου που παρακολουθήσαμε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, το 2001. Ασύγκριτη στο βαγκνερικό ρεπερτόριο (πόσο πολύτιμες οι παρακαταθήκες της στις όπερες «Πάρσιφαλ» και «Βαλκυρίες»). Υπέροχη ακόμα κι όταν τα τελευταία χρόνια ερμήνευσε Ντιουκ Ελινγκτον.

Αξέχαστη μέχρι και στις τελετές ορκωμοσίας των προέδρων Ρόναλντ Ρέιγκαν και Μπιλ Κλίντον, όπου τραγούδησε, αλλά και στην επετειακή συναυλία για τα 200 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, όπου παραβρέθηκε (Μασσαλία 1989).

Η Τζέσι Νόρμαν ήταν μια εκπληκτική γυναίκα, επιβλητική, άμεση, άψογη σε ένα μεγάλο οπερατικό πεδίο. Με την αστραφτερή φωνή της και το ψυχικό σθένος της, καθόρισε το λυρικό τραγούδι των τελευταίων δεκαετιών. Τη Δευτέρα το πρωί, έφυγε από τη ζωή στα 74 χρόνια της.

«Με βαθιά θλίψη και οδύνη ανακοινώνουμε τον θάνατο της Τζέσι Νόρμαν, παγκόσμιου αστεριού της όπερας», ανέφερε η ανακοίνωση της οικογένειας, κάνοντας λόγο για πολυοργανική ανεπάρκεια και σηψαιμία, λόγω επιπλοκών που προέκυψαν από τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη που υπέστη πριν από τέσσερα χρόνια.

Γεννημένη στην Τζόρτζια το 1945, η Τζέσι Νόρμαν μεγάλωσε, σε δύσκολους κοινωνικά καιρούς, σε μια οικογένεια ερασιτεχνών μουσικών. Οι γονείς της (ο μπαμπάς ασφαλιστής, η μητέρα δασκάλα) ήταν αγωνιστές στην οργάνωση NAACP, που μαχόταν υπέρ της αναγνώρισης ίσων δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών. Από τα 4 χρόνια της άρχισε να τραγουδά στη χορωδία της εκκλησίας κι η μητέρα της, που κάτι είχε υποψιαστεί, επέμενε να ξεκινήσει μαθήματα πιάνου.

Τελικά, έφτασε να κερδίσει υποτροφία στο Howard University της Ουάσινγκτον (παραδοσιακά κολέγιο των μαύρων), για να σπουδάσει μουσική και αργότερα σπούδασε στο Ωδείο Peabody και στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Ταξίδεψε νωρίς στην Ευρώπη για να αναζητήσει περαιτέρω ερεθίσματα και διδασκαλίες και δικαιώθηκε, καθώς στα 23 της χρόνια υπέγραψε το πρώτο της τριετές συμβόλαιο στην Οπερα του Βερολίνου. Ακολούθησε μια μεγαλειώδης καριέρα, τόσο μακριά από την πατρίδα της όσο και στη Mητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης, στην οποία δοξάστηκε επί πολλά χρόνια.

Με το που έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου της, ο κορυφαίος οργανισμός εξέδωσε ανακοίνωση και αποκαλώντας τη Νόρμαν «μια από τις κορυφαίες σοπράνο του περασμένου μισού αιώνα», τόνισε: «Η Νόρμαν έκανε το ντεμπούτο της ως Κασσάνδρα στους “Τρώες” του Μπερλιόζ (εναρκτήρια παράσταση της σεζόν 1983-1984). Στη συνέχεια, τραγούδησε σε περισσότερες από 80 παραστάσεις μας και μάγεψε το κοινό με την υπέροχη χροιά, την εξαιρετική δύναμη και τη μουσική ευαισθησία της».

Στην τεράστια καριέρα της, η σοπράνο κατέκτησε τις κορυφαίες διακρίσεις: στα 52 της έγινε η νεότερη τραγουδίστρια που κέρδισε το Βραβείο του Κέντρου Κένεντι, ο Μπαράκ Ομπάμα την παρασημοφόρησε με το Εθνικό Μετάλλιο των Τεχνών, ενώ τιμήθηκε από τα κορυφαία πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας (από το Juilliard ώς το Harvard και το Yale).

Επίσης, υπήρξε 15 φορές υποψήφια για Γκράμι. Κέρδισε τελικά το πρώτο της, το 1985, για την ερμηνεία της σε έργο του Ραβέλ, καθώς κι ένα δεύτερο για το σύνολο της καριέρας της, το 2006.

Αυτό όμως που δεν παρέλειπε ποτέ αυτή η σπουδαία γυναίκα ήταν το κοινωνικό της έργο. Συγκέντρωνε, ευλαβικά, κεφάλαια για να βοηθά μαθητές να μην εγκαταλείπουν το σχολείο, υποστήριζε με όποιον τρόπο μπορούσε την παρουσία των τεχνών στην εκπαίδευση, προωθούσε τις ίσες ευκαιρίες παντού.

«Κοιτάζω τις συμφωνικές ορχήστρες στην Αμερική και θα ήθελα να ταιριάζουν περισσότερο με τα δημογραφικά στοιχεία της χώρας. Θα ήθελα για παράδειγμα να δω περισσότερους Αφροαμερικανούς στη Μητροπολιτική Οπερα. Υπάρχουν σίγουρα μερικοί, αλλά όχι αρκετοί», έλεγε. «Συναντώ τόσους προικισμένους τραγουδιστές, που μόνο πλεονέκτημα θα ήταν γι’ αυτά τα θέατρα να τους είχαν… Ανυπομονώ για την ημέρα που τη δουλειά θα παίρνει αυτός που την αξίζει, ανεξαρτήτως χρώματος δέρματος».