Με σατιρικούς στίχους καταγινόμαστε τις τελευταίες μέρες, ιδανικό πρελούδιο για να προλογίσουμε την ποιητική φωνή του Δημήτρη Αναματερού. Ξαφνιάζει ευχάριστα η συλλογή του «Λόγω Στιγμής», άρτι τυπωθείσα στις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Ιδού:
«ΠΟΡΤΑΡΑ» Επάνω στα μαλλιά σου/ θροΐζει το μελτέμι,/ γλιστράει στο λαιμό σου/ και φτάνει ώς το φιλί./ Το φως μες τη ματιά σου/ φεγγοβολά και τρέμει,/ κεχριμπαρένια λάμψη απ’ την Ανατολή.// Απ’ τ’ ακροδάχτυλά σου/ στάζει δροσιά Αιγαία,/ στα στήθη σου κοιμίζεις/ μνηστήρες ναυαγούς./ Ορκίζονται μπροστά σου/ πως θα ’σαι πάντα ωραία/ οι μοίρες που μοιράζουν/ τα δώρα απ’ τους θεούς.// Ετσι που στέκεις μοιάζεις/ Πόρτα του Παραδείσου,/ στα πόδια σου ικέτες/ οι πόθοι των καιρών./ Σ’ όλους τα ίδια τάζεις/ μα κρύβεις το φιλί σου/ σ’ έν’ άγουρο φεγγάρι/ δύο τριών μερών.
ΣΚΕΨΟΥ Θα κρατηθώ απ’ το φτερό της μέλισσας/ για να με φέρει μέχρι τον ανθό σου./ Σκέψου πόσο μικρός μπορώ να γίνω./ Αρκεί να μ’ έχεις.// Θα ’μαι σε μια σταγόνα άξαφνης βροχής,/ να ξεδιψάσεις μέσα στον Απρίλη./ Σκέψου πόσο μικρή είναι η ζωή μου.// Οσο ένα όχι.// Θα βρω της θάλασσας την πιο βαθιά γωνιά./ Μην κρύψεις τ’ όνειρο απ’ τον Ποσειδώνα./ Σκέψου πόσο μικρό είναι το ταξίδι/ μέχρι το λίγο.
ΥΠΟΓΕΙΟ Μες στο υπόγειο το κλειστό/ βρίσκονται στοιβαγμένες/ στιγμές αγαπημένες/ κάτω απ’ της λήθης τον ιστό./ Βινίλια και ροκ εντ ρολ,/ αφίσες του Γκεβάρα/ μια γέρικη κιθάρα/ κι άδεια μπουκάλια αλκοόλ.// Uranya τηλεόραση/ πικάπ μ’ ένα ηχείο/ ασπρόμαυροι κι οι δύο/ σε σχολική απόδραση./ Κόμικς σε χάρτινα κουτιά,/ ένα μπλουτζίν καμπάνα,/ νότες Κάρλος Σαντάνα/ σε ξέθωρα παλιά χαρτιά.// Χακί στρατιωτικό μπουφάν,/ βυζαντινές σημαίες,/ αριστερές ιδέες/ σε σκονισμένα σελοφάν./ Παλιά βιβλία με λεπτές/ σε μένα αφιερώσεις,/ γραπτές φαντασιώσεις/ που μας βαπτίζαν ποιητές.
ΚΑΦΕΝΕΙΟ «ΑΣΤΑΡΙ» Μες στο παλιό το καφενείο/ ρακί σερβίρουν και μεζέ./ Νότες κερνάει ο Τσιτσάνης/ με τη Μαρίκα αγκαζέ.// Στρίβουν τσιγάρο οι θαμώνες/ και κουβεντιάζουν δυνατά·/ κι έτσι περνάνε οι χειμώνες/ από τις δώδεκα ανοιχτά.// Στον τοίχο οι φωτογραφίες/ ασπρόμαυρες διαδρομές/ σε ταξιδεύουν στα χαμένα/ και στ’ αλησμόνητα του χτες.// Μες στο παλιό το καφενείο/ το χέρι σου κρατώ σφιχτά./ Κι όσα δε λέγονται με λέξεις/ λένε τα μάτια φωναχτά.
ΜΑΝΑ Μάνα αυγή, πηγή./ Μάνα πνοή, ζωή./ Μάνα κορμός, αρμός./ Μάνα φωλιά, αγκαλιά./ Μάνα νωρίς, χωρίς.
ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ Πρώτη μου ζήλια καλά κρυμμένη/ που ’χες τη μάνα μου ερωμένη./ Πρώτο τσιγάρο απ’ τα δικά σου/ ύστερα θαύμαζα και τη σκιά σου./ Λίγα τα λόγια, όλα σταράτα/ και με τα ρούχα πάντα γραβάτα./ Χαμένο δίκιο, κλειστά φτερά/ όλα σου πήγαιναν αριστερά./ Κλειστή πληγή μου, πρώτο σημάδι,/ πριν βασιλέψεις, σε βρήκε βράδυ.
ΜΑΡΤΙΑΤΙΚΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ Σ’ αγάπησα πριν σε γνωρίσω,/ σε άκουσα πριν να μου πεις,/ σ’ αγκάλιασα προτού σ’ αγγίξω/ κι όπου νυχτώσεις θα με βρεις/ τα ηλιοδρόμια να σου δείξω.// Πολύτιμο μαργαριτάρι,/ στου κόσμου το θαμπό βυθό,/ πήρες της άνοιξης τη χάρη/ κι απ’ το μαρτιάτικο ουρανό/ φως από δυο μερώ φεγγάρι.// Ταξίδι μου αγαπημένο/ εσύ στο πάντα θα με πας/ κι εγώ θα σου ’χω φυλαγμένο/ το άγγιγμα της Παναγιάς/ στο προσκεφάλι σου ραμμένο.
ΠΟΙΗΣΗ λένε τη μαμή που ξεγεννά το νου μας,/ εικόνα και ομοίωση του άλλου εαυτού μας./ Τα ίχνη της είναι παντού απ’ τη ζωή ώς τον Αδη,/ στο μοιρασμένο σ’ αγαπώ, στου αντίο το σημάδι.// Εχει χιλιάδες εραστές μα μ’ έναν αγαπιέται,/ μ’ αυτόν που δεν πατά στη γης και φεγγαροχτυπιέται./ Κάτω απ’ τις λέξεις αντηχεί το θαύμα της το μέγα/ είκοσι τέσσερις φορές απ’ το άλφα ώς το ωμέγα.
