Οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν μπορούν να αναχαιτίσουν την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας καθώς το τιμόνι των εξελίξεων το κρατούν άλλοι, κάποιοι εκ των οποίων έχουν μάλιστα την πρόθεση να οδηγήσουν τα πράγματα στη σύγκρουση.
Η δυσάρεστη αλήθεια ήταν κοινός τόπος όλων των κεντρικών τραπεζιτών και οικονομολόγων που συμμετείχαν το προηγούμενο τριήμερο στο καθιερωμένο ετήσιο συμπόσιο της αμερικανικής Fed στο Τζάκσον Χόουλ του Γουαϊόμνγκ.
«Ζούμε μια σειρά από μεγάλες πολιτικές αναταραχές. Είδαμε ακόμη μία χθες» τόνισε ο κεντρικός τραπεζίτης της Αυστραλίας, Φίλιπ Λόου, μετά την εξαγγελία νέων δασμών από Κίνα και Αυστραλία και την παραγγελία του Ντόναλντ Τραμπ στις αμερικανικές επιχειρήσεις να τα μαζέψουν και να φύγουν από την ασιατική χώρα.
«Καθώς αυτές οι πολιτικές αναταραχές επιβραδύνουν την ανάπτυξη», συμπλήρωσε ο Λόου, «αρκετοί πιστεύουν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να επιλύσουν το πρόβλημα. (…) Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο περίπλοκη και βέβαια δεν είναι κάτι που η νομισματική πολιτική μπορεί ενδεχομένως να διορθώσει.
Το σχόλιο του Λόου ήταν το επιστέγασμα όσων ακούστηκαν στο αμερικανικό ορεινό θέρετρο. Κοινή διαπίστωση των κεντρικών τραπεζιτών ήταν ακόμη ότι ο εμπορικός πόλεμος που έχει ξεκινήσει η αμερικανική κυβέρνηση διαρρηγνύει τους δεσμούς μεταξύ των οικονομιών του πλανήτη και εντείνει το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης.
Ακόμη χειρότερα, κανένας από τους κεντρικούς τραπεζίτες δεν δείχνει σίγουρος για το πώς να αντιμετωπίσει αυτήν την επιβράδυνση καθώς δεν προέρχεται από μια κάμψη του οικονομικού κύκλου αλλά από πολιτικές επιλογές που βυθίζουν διαρκώς την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι τα χαμηλότερα επιτόκια -που ο Τραμπ απαιτεί προκειμένου να έχει το πάνω χέρι στον εμπορικό του πόλεμο έναντι της Κίνας. Η μείωση των επιτοκίων θα βοηθήσει ελάχιστα.
«Tο πρόβλημα», όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε ο πρώην αντιπρόεδρος της Fed, Στάνλεϊ Φίσερ, «είναι ο πρόεδρος των ΗΠΑ και η προσπάθειά του να διαλύσει το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα».
Από την πλευρά του, ο αποδιοπομπαίος τράγος του Τραμπ, νυν πρόεδρος της Fed, Τζέι Πάουελ, στην εναρκτήρια ομιλία του συνεδρίου την Παρασκευή άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μείωσης των επιτοκίων, όμως από την άλλη αναγνώρισε ότι η κεντρική τράπεζα δεν έχει την ισχύ να αντιδράσει απέναντι στις εμπορικές πολιτικές του προέδρου των ΗΠΑ που -όπως είπε- μεγεθύνουν την αβεβαιότητα και τους κινδύνους για την οικονομία.
Η θέση αυτή του Πάουελ προκάλεσε άμεσα tweet από τον Τραμπ που διερωτήθηκε ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των ΗΠΑ, ο Πάουελ ή ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ.
Η ουσία πάντως είναι ότι η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ δήλωσε ξεκάθαρα πως είναι ανέτοιμη να ξεπεράσει την οικονομική αβεβαιότητα που τροφοδοτεί ο εμπορικός πόλεμος του προέδρου.
«Αν και η νομισματική πολιτική είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο που λειτουργεί για τη στήριξη των καταναλωτικών δαπανών, της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και της δημόσιας εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να προσφέρει οδικό χάρτη για το διεθνές εμπόριο», είπε ο Πάουελ, συμπληρώνοντας ότι η σημερινή πρόκληση της Fed είναι να πράξει όσα μπορεί να κάνει η νομισματική πολιτική για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης και την επίτευξη της χαμηλής ανεργίας και του σταθερού πληθωρισμού.
Η υπογράμμιση αυτή υποδηλώνει, σύμφωνα με τους αναλυτές, ότι η Fed επιθυμεί να μειώσει τα επιτόκιά της ξανά. Από την άλλη πλευρά όμως η Fed δείχνει απρόθυμη να προσδιορίσει τόσο το πότε όσο και το πόσο.
«Η ανεργία είναι χαμηλή και η καταναλωτική δαπάνη ισχυρή, όμως η εμπορική διαμάχη του κυρίου Τραμπ τροφοδοτεί αβεβαιότητα, επιβαρύνει τη μεταποίηση και ταράζει τις κεφαλαιαγορές.
»Και η Fed έχει περιορισμένη ικανότητα στην επίλυση της απρόβλεπτης κατάστασης» είπε ακόμη ο Πάουελ, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει προηγούμενο που να αποτελεί οδηγό για μια πολιτική απέναντι στην τρέχουσα κατάσταση».
Ανάλογο πρόβλημα αβεβαιότητας λόγω του ενδεχόμενου ενός άτακτου Brexit ομολόγησε όμως και ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας Μαρκ Κάρνεϊ προσθέτοντας πάντως ότι η χαλαρή νομισματική πολιτική είναι μάλλον η κατάλληλη.
Ο Κάρνεϊ προειδοποίησε ότι η χαμηλότερη παγκόσμια ανάπτυξη αντανακλά την άνοδο της αβεβαιότητας στην οικονομική πολιτική και τον κίνδυνο του προστατευτισμού, στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδειχτούν πιο διεισδυτικά, πιο επίμονα και πιο καταστροφικά απ’ ό,τι αναμενόταν, αφήνοντας πιθανότατα τους κεντρικούς τραπεζίτες με λιγότερα όπλα πολιτικής από αυτά που έχουν.
