Οι σχέσεις μου με το θέατρο υπήρξαν πάντα αντιφατικές, αλλά δεν κατάλαβα αν είναι με ευθύνη μου ή με τον τρόπο που γίνεται το θέατρο. Ισως η πνευματική μου διαμόρφωση υπήρξε εμπόδιο στη θεατρική μου εκπαίδευση, ίσως διάβασα τα κείμενα της δραματικής λογοτεχνίας περισσότερο ως λογοτεχνία και όχι ως θέατρο, χωρίς να λαμβάνω αρκετά υπόψη μου ότι γράφτηκαν όχι για να διαβάζονται αλλά για να παρουσιάζονται και άρα σ’ αυτά υπήρχε μια πλευρά επιβεβαίωσης μόνο κατά τη στιγμή της παρουσίασης. Μπορεί όλα αυτά να επηρέασαν τα γούστα μου: το σίγουρο όμως είναι ότι σπάνια βγαίνω από το θέατρο ικανοποιημένος και συχνά βγαίνω απογοητευμένος ή ακόμη και εξοργισμένος.
Τελικά δεν χρειάζονται και πολλά για να ικανοποιηθώ, γιατί η άποψή μου για το θέατρο είναι πολύ απλή: δεδομένο ένα αξιόλογο κείμενο, μια σκηνογραφία, τα κοστούμια, οι ηθοποιοί, μια σκηνοθεσία, θα αρκούσε αν κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν υπερέβαινε τα υπόλοιπα, αν δεν κατέληγε στο να τα καταπιέζει, να καταλαμβάνει όλο τον χώρο και την προσοχή. Θα έφτανε αν ανάμεσα σ’ αυτά τα στοιχεία υπήρχε μια μαγική ισορροπία, που είναι για μένα το αληθινό μυστικό μιας πετυχημένης παράστασης. Οταν ένα μόνο από αυτά τα στοιχεία υπερβαίνει τα υπόλοιπα, αρχίζω να ανησυχώ και να εκνευρίζομαι.
Μπορεί κάποιο κείμενο να είναι υπερβατικό, αλλά δεν νομίζω επειδή ένα κείμενο είναι δύσκολο ή απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Την υπέρβαση την αντιλαμβάνομαι μόνο όταν η δυσκολία της γλώσσας (ή της δομής) δεν μεταφράζεται σε μια φόρμα θεατρικότητας που το καθιστά κατανοητό. Οταν αυτό δεν συμβαίνει και η δυσκολία παραμένει κλειστή στο κείμενο χωρίς να την ξεπερνά «θεατρικά», όταν δεν καταλαβαίνουμε γιατί οι πρωταγωνιστές εκφράζονται με τον τρόπο που εκφράζονται και λένε αυτά που λένε, μόνο τότε υπάρχει για μένα υπέρβαση.
Θα ήταν αρκετό αν ανάμεσα στο νόημα ενός κειμένου και την αίσθηση που δημιουργεί δεν υπάρχει μια τέτοια απόσταση που θα κατέλυε κάθε συνοχή ενστικτωδώς αντιληπτή.
Θα τελειώσω παραθέτοντας εκείνο το γνωστό απόσπασμα του Ηράκλειτου που λέει: «Οι ξύπνιοι έχουν κοινό έναν μοναδικό κόσμο. Οι κοιμώμενοι όμως γυρνάν και ξαναγυρνάν ο καθένας στον δικό του κόσμο». Ακριβώς σ’ εκείνον τον μοναδικό κόσμο αναφέρεται πάντα το πραγματικό περιεχόμενο ενός κειμένου και εκεί πρέπει να αναζητήσουμε τα βαθύτερα νοήματά του και όχι στις προλήψεις των κοιμώμενων όπου γυρνάν και ξαναγυρνάν τόσοι σκηνοθέτες λάτρεις του «στιλ».
* ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
