Παραπονιόταν ότι οι συμπατριώτες του δεν τον αναγνώρισαν ως auteur, ίσως και να είχε δίκιο, είχαν όμως κι αυτοί το δικό τους. Ο Φράνκο Τζεφιρέλι, που μας αποχαιρέτησε το Σάββατο αφού έζησε 96 χρόνια συναρπαστικής περιπέτειας στην τέχνη και τη ζωή, δεν διακρίθηκε για τις τομές του, ήταν υπερβολικά συναισθηματικός, συμβατικός και χλιδάτος για να κάνει «παρέα» στους «μεγάλους» Ιταλούς.
Κι όμως ήταν ο Βισκόντι αυτός που τον έβαλε στον χώρο της τέχνης αλλά και μοιράστηκε μαζί του έναν μεγάλο έρωτα. Κι όμως οι ταινίες του, κυρίως οι σεξπιρικές, ήταν φρέσκες, ζωντανές, «ιταλικές» και λατρεύτηκαν από το παγκόσμιο κοινό.
Κι όμως εσκυψε με πάθος, διάρκεια και επιτυχία στην κατ’ εξοχήν ιταλική τέχνη, την οπερα, ανεβάζοντάς την με δικά του συνήθως σκηνικά από τη Σκάλα του Μιλάνου μέχρι το Κόβεντ Γκάρντεν και το Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης με πρωταγωνιστές την Κάλλας, τη Σάδερλαντ, τον Ντομίνγκο και τον Παβαρότι. Πήραμε κι εμείς, το 2005, στο Ηρώδειο μια δόση από τη σκηνική του εξτραβαγκάντσα με τους πιο θεαματικούς «Παλιάτσους» του Λεονκαβάλο που αντίκρισε ποτέ η Ακρόπολη.
Ηταν όμως πάντα του ιδιόρρυθμος, επιθετικός (στους κριτικούς), είχε άποψη για όλα (η πολιτική του καριέρα ως γερουσιαστής του Μπερλουσκόνι διήρκεσε από το 1994 ώς το 2001) και αν και γκέι σνόμπαρε το κίνημά τους και ήταν αντίθετος με τον γάμο των ομοφύλων. Από μια ηλικία και πέρα, μετά από ένα τροχαίο που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, έγινε άλλωστε θρήσκος και το σίριάλ του «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ» (1977) έκανε τον Ρόμπερτ Πάουελ αδιαμφισβήτητο και ακλόνητο Χριστό της οθόνης.
Γεννήθηκε το 1923 στη Φλορεντία. Η μητέρα του, παντρεμένη σχεδιάστρια μόδας, τον απέκτησε με τον επίσης παντρεμένο εραστή της. Μεγάλο σκάνδαλο, τον φώναζαν επί χρόνια «μπάσταρδο» -αυτόν που χρόνια αργότερα Ιταλοί ιστορικοί ανακοίνωσαν ότι ανήκει στους απογόνους του Ντα Βίντσι! Στη μητέρα του χρωστάει το επώνυμό του: ξεκίνησε ως «Τζεφιρέτι» (αύρες) από μια άρια του Μοτσαρτ, αλλά από λάθος καταχωρίστηκε ως Τζεφιρέλι.
Στα έξι του χρόνια την έχασε, τον ανέθρεψε μια θεία του και το αυστηρό ρωμαιοκαθολικό σχολείο του, όπου είχε ερωτική σχέση με ιερέα (συναινετική υποστήριζε, καμιά σχέση με σεξουαλική κακοποίηση). Ξεκίνησε σπουδές αρχιτεκτονικής στη Φλωρεντία, ο πόλεμος τον ανάγκασε να τις αφήσει στη μέση, αλλά μετά το τέλος του, κι αφού πέρασε ένα διάστημα σε ομάδα παρτιζάνων αλλά και ως μεταφραστής τάγματος Σκοτσέζων, επέστρεψε αλλαγμένος. Είχε αποφασίσει ότι τον ενδιέφερε το θέατρο και κυρίως η σκηνογραφία.
Η συνάντησή του με τον Λουκίνο Βισκόντι το 1946 ήταν μοιραία. Ο αριστοκράτης κομμουνιστής τού έδωσε ρόλο σε παράστασή του, τον έκανε βοηθό του σε θρυλικές ταινίες («La Terra trema», «Μπελίσιμα» με Μανιάνι, «Senso»), του έδωσε την πρώτη του επίσημη σκηνογραφία στην παράστασή του «Λεωφορείον ο Πόθος», αφού πρώτα τον είχε «παραδώσει» βοηθό στον Σαλβαντόρ Νταλί, που σχεδίαζε τα σκηνικά για το «Οπως σας αρέσει».
Η σχέση του ζεύγους Βισκόντι – Τζεφιρέλι έληξε ενώ ο πρώτος γινόταν δεσποτικός και ο δεύτερος άνοιγε τα φτερά του. Η Σκάλα του Μιλάνου τού δίνει την πρώτη του σκηνοθεσία, η Μαρία Κάλλας τον ανακαλύπτει, τον εμπιστεύεται και τον ακούει όταν της προτείνει πιο «ελαφρούς» ρόλους. Ξεκίνησαν τη συνεργασία τους στην Ιταλία με έναν καλλιτεχνικό θρίαμβο, τον «Τούρκο στην Ιταλία» του Ροσίνι (1955), και συνέχισαν με «Τραβιάτα» στο Ντάλας, «Νόρμα» στο Παρίσι και την «Τόσκα» με την οποία η ντίβα αποχαιρέτησε την όπερα το 1965 στο Κόβεντ Γκάρντεν. Η εμμονή του με την Κάλλας γέννησε χρόνια αργότερα (2002) την αμφιλεγόμενη ταινία «Callas for ever» με τη Φανί Αρντάν.
Μια πρόσκληση του Ολντ Βικ να ανεβάσει το 1960 στο Λονδίνο «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» με «ιταλικό στιλ» και τους πιο νεαρούς ηθοποιούς του (την Τζούντι Ντεντς) του άνοιξε νέους λαμπρούς δρόμους. Ο περίφημος Κένεθ Τάιναν, σε πείσμα των άλλων αυστηρών Αγγλων κριτικών, αποθέωσε τη φρεσκάδα και ζωντάνια της παράστασης. Και άρχισε μια σειρά σεξπιρικών ταινιών με παγκόσμια επιτυχία. Το όχι και τόσο ξεχωριστό «Ημέρωμα της στρίγγλας» με Ελίζαμπεθ Τέιλορ και Ρίτσαρντ Μπάρτον (1967), το αλησμόνητο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1968) με τους πανέμορφους κι εντελώς άγνωστους Ολίβια Χάσεϊ και Λέοναρντ Ουάιτινγκ, με τη μουσική του Νίνο Ρότα, τα δύο Οσκαρ για φωτογραφία και κοστούμια, που έκανε το ζεύγος της Βερόνας ποπ είδωλο, αλλά κι ένας «Αμλετ» με Γκίμπσον και Γκλεν Κλόουζ (1990).
Εκανε κι άλλο κινηματογραφικό χιτ ο Τζεφιρέλι, το «The Champ» (1979) με την ανθρωπότητα να σπαράζει στο κλάμα με τον Γιον Βόιτ και τον μικρό γιο του. Τωρα που τον αποχαιρετάμε όμως, ίσως να ξαναβλέπαμε το «Tσάι με τον Μουσολίνι» (1999) με Τζούντι Ντέντς και Τζόαν Πλοουράιτ. Ενα νόθο αγόρι μεγαλώνει στη Φλωρεντία του 1935, ενώ ο φασισμός πλησιάζει, παίζοντας θέατρο με κούκλες…
