Η γνώση της προέλευσης, της καταγωγής, του υποβάθρου, επί του οποίου στεκόμαστε ως κοινωνικές υπάρξεις, είναι κάτι πολύ σημαντικό.
Εάν δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε κι από πού ερχόμαστε, η πορεία και ο προορισμός μας, το τι θα γίνουμε και το πού θα πάμε, γίνεται περισσότερο ασαφή.
Ακόμα κι όταν θέλουμε να απορρίψουμε, να υπερβούμε την οικογενειακή, την τοπική ή την εθνική μας ταυτότητα, πρέπει πρώτα να τη μάθουμε – πρέπει να ξέρουμε από πού κρατά η σκούφια μας.
Ομως, πώς προέκυψε αυτή η έκφραση, από πού κρατά η σκούφια της σκούφιας; «Κρατάω» σημαίνει κατάγομαι, ενώ η «σκούφια», το πάνινο κάλυμμα της κεφαλής, προέρχεται, κατά μία εκδοχή, από το ιταλικό «scuffia», που με τη σειρά του προκύπτει από την αρχαία γερμανική λέξη «kupphja».
Πιθανόν αυτές οι λέξεις να κατάγονται από το αρχαιοελληνικό «σκύτος», που σημαίνει κατεργασμένο δέρμα ζώου και, συνεκδοχικά, κάλυμμα του κεφαλιού από το ίδιο υλικό.
Τώρα, στα κράτη που ίδρυσαν ή κατέλαβαν οι Λομβαρδοί, «scuphia» σημαίνει την κοινωνική προστασία που παρείχε ο ηγεμόνας στους υποτελείς του, για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης.
Αργότερα, η λέξη σήμαινε και τους φόρους, ή τις αγγαρείες, που όφειλε ο υπήκοος στον άρχοντά του για να εξασφαλίσει αυτή την τάξη και την προστασία.
Πιθανώς, λοιπόν, η φράση «από πού κρατά η σκούφια σου» να σημαίνει «σε ποιον μονάρχη στηρίζεις την προστασία σου», άρα «σε ποιο βασίλειο ανήκεις», οπότε «από πού κατάγεσαι»…
Η σκούφια, ή ο σκούφος, βέβαια, έχει και υποκοριστικό – το σκουφάκι, δηλαδή το μικρό κάλυμμα του κεφαλιού, χωρίς γύρο, που εφαρμόζει τελείως, σύμφωνα με το Λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη.
Ωστόσο, μια σημασία του, που δεν εμπεριέχεται στα λεξικά, αλλά ήταν ευρέως γνωστή ιδιαίτερα στους παλιότερους, είναι και αυτή του προφυλακτικού – το αναφέρω αυτό εντελώς εγκυκλοπαιδικά, για να δούμε όλο τον νοηματικό πλούτο που κρύβεται στη λέξη σκούφια.
