Τα δακτυλίδια είναι πελώρια, έχουν τεράστιες νεκροκεφαλές και γεμίζουν όλα του τα δάχτυλα. Τα βραχιόλια είναι επίσης πολλά. Τα μαλλιά φουντωτά. Το γιλέκο ξεκούμπωτο. Το παντελόνι στενό και στραφταλιζέ. Το στιλ εντελώς ροκ. Το set list που κρατά στα χέρια έχει από Μπάουι και Μπαχ μέχρι Led Zeppelin, Παγκανίνι και για κερασάκι στην τούρτα τη «Μισιρλού». Τίποτα δεν παραπέμπει σε έναν κλασικό σολίστ. Η πρώτη εικόνα που σου έρχεται στο μυαλό αντικρίζοντας τον Αρα Μαλικιάν είναι πως κάτι μυστηριώδες συμβαίνει με αυτόν τον φοβερό τύπο.
Ο μεγάλος βιρτουόζος του βιολιού έρχεται με την ορχήστρα του για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Θέατρο Παλλάς, την Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, πριν από λίγο καιρό που έκανε ποδαρικό στον ναό της μουσικής Royal Albert Hall πιάσαμε θέση στις πρώτες σειρές και για δύο ώρες παρατηρούσαμε γιατί τελικά όλοι θεωρούν ακαταμάχητο αυτόν τον βιολιστή.
Οταν τα φώτα σβήνουν, ο Μαλικιάν θα βγει πρώτος στη σκηνή, μόνος, για ένα σόλο «συστάσεων». Φορά μαύρο γιλέκο που οι λεπτομέρειες στο εσωτερικό μαρτυρούν animal print. Δεν περνούν δύο λεπτά και σαν θηρίο κι εκείνος αρχίζει να κοντράρεται με μια ηλεκτρισμένη μπάντα (με βιόλες, τσέλα, κοντραμπάσα και κιθάρες) και να περνά από το «Kashmir» των Led Zeppelin στον Μπαχ, από το «Paranoid Android» των Radiohead στον Παγκανίνι, από το λατρεμένο του «Life on Mars» του David Bowie στο «Las Milongas de Kairo» ή το «Bachelorette» της Björk, για το οποίο λιώνει.
Γεμάτος αντιθέσεις –για παράδειγμα, μιλάει τόσο χαμηλόφωνα που μετά βίας ακούς τι λέει, αλλά παίζει δοκιμάζοντας τις αντοχές του βιολιού του–, προικισμένος με σπάνιο χιούμορ και έμφυτη ευγένεια, μετρ στο να μεταδίδει την ενέργειά του, ο Μαλικιάν κουβαλά μια αδιανόητη προσωπική ιστορία που μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα.
Παιδί –κυριολεκτικά– των βομβαρδισμών, γεννήθηκε το 1968 στον Λίβανο από γονείς αρμενικής καταγωγής. Εν μέσω των πολυετών πολεμικών συγκρούσεων η οικογένεια του Μαλικιάν κλεινόταν στα υπόγεια καταφύγια όπου οι γονείς για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις σκαρφίζονταν διάφορες απίθανες καταστάσεις.
«Η σχέση μου με τα γκαράζ ξεκίνησε το 1976, όταν ξέσπασε ο πόλεμος στον Λίβανο. Ημουν 10 χρόνων όταν ο πατέρας μου, ο οποίος είχε τρέλα με το βιολί, με παρότρυνε: “Γιε μου, ας κατέβουμε στο γκαράζ να φτιάξουμε μια μπάντα, σαν τους Rollings Stones”. Προφανώς και το συγκρότημά μας δεν είχε ούτε τόση φάση ούτε μέλη της τον Κιθ και τον Μικ. Εμένα στο καταφύγιο με περίμενε ο θείος Nόνο με μια μισοχαλασμένη τρομπέτα, ο γείτονάς μου με ένα μπουκάλι λικέρ γλυκάνισο και η γιαγιά μου με ένα μαντολίνο», λέει γελώντας αφού κατεβεί από τη σκηνή.
«Στην αρχή δεν καταλάβαινα σε τι ακριβώς οφείλεται η εμμονή του μπαμπά με το όργανο, μέχρι που έμαθα πως σε αυτό χρωστά ολόκληρη η οικογένεια την επιβίωσή της. Ο Αρμένιος παππούς μου, βλέπετε, για να γλιτώσει τη Γενοκτονία και να μπορέσει να περάσει στον Λίβανο υποδύθηκε τον βιολιστή σε μια μπάντα. Ετσι ο πατέρας μου πάντα κρατούσε το όργανο σαν το ιερό κειμήλιό μας. Δεν διάλεξα να γίνω βιολιστής, μου το επέβαλαν. Ηταν ο μόνος τρόπος να επιβιώσω. Αλλά σας διαβεβαιώ πως ένιωσα μαγικά από την πρώτη στιγμή που το ακούμπησε στον ώμο μου».
Κατά κάποιον τρόπο η ιστορία επαναλήφθηκε καθώς το βιολί έσωσε μερικές δεκαετίες μετά και τη ζωή τού Αρα. Εχοντας –έστω και σε αυτές τις αδιανόητες συνθήκες– αναγνωρίσει το μοναδικό σολιστικό του ταλέντο, η οικογένεια τον έστειλε μόλις 15 ετών κι ολομόναχο στη Γερμανία για να σωθεί από την κόλαση του πολέμου.
«Δεν μιλούσα τη γλώσσα, δεν ήξερα πώς να ζήσω μόνος, έμεινα σε μια φοιτητική εστία και για πέντε χρόνια δεν συνάντησα κανέναν από την οικογένειά μου. Ετσι λοιπόν έπαιζα βιολί όλη μέρα: στο σχολείο κλασική μουσική, σε γάμους που με καλούσαν αλλά και στον δρόμο ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Ετσι, ενώ αρχικά ονειρευόμουν να γίνω ένας καλός σολίστ κλασικής μουσικής, σύντομα συνειδητοποίησα ότι τα ροκ τραγούδια που κάποτε ντρεπόμουν να παίξω μού άρεσαν επίσης πολύ. Αρχισα λοιπόν να παντρεύω τις μουσικές που αγαπούσα γιατί ήθελα περισσότερη φαντασία, περισσότερο ρίσκο. Ετσι προέκυψαν και τα άλλα γκαράζ της ζωής μου: τα γερμανικά, τα αγγλικά, του Παρισιού αργότερα, τα ισπανικά στα οποία ζω ώς σήμερα. Είμαι προορισμένος για εναλλακτικές σκηνές και στα γκαράζ συμβαίνουν συναρπαστικά πράγματα», λέει.
Μα τι κοινό έχει ο Μπαχ με τους Radiohead; «Είναι εξαιρετικές μουσικές. Ο στόχος μου δεν είναι να κάνω fusion. Είναι να παίζω αυτά που αγαπώ», λέει με την ασφάλεια του καλλιτέχνη που έχει μόλις αποθεωθεί από το όρθριο κοινό τού Royal Albert Hall. «Ξέρετε, όταν μαθαίνεις μουσική στις συνθήκες που έμαθα εγώ, τη συνδέεις για πάντα με τη ζωή και τη χαρά, με τη δύναμη να προχωράς».
Δεν έχει κι άδικο. Αν κάτι σου μένει αξέχαστο από μια συναυλία του Μαλικιάν δεν είναι μόνον ότι πρόκειται για έναν εξαιρετικό μουσικό στο είδος του, δεν είναι που το σόου (με τον τρόπο τουλάχιστον που τα ρομποτικά φώτα πήραν φωτιά στο Royal Albert Hall) είναι συναρπαστικό, δεν είναι που θα βαρεθείτε να μετράτε σπασμένες από την ένταση χορδές. Είναι που αυτός ο απίθανος τύπος είναι μακράν ο καλύτερος storyteller που έχουμε δει από σκηνής τα τελευταία χρόνια.
Ετοιμαστείτε να ακούσετε Παγκανίνι και Τζίμι Χέντριξ όπως ποτέ άλλοτε, ενώ την ίδια στιγμή θα σας διηγείται παραμύθια με ήρωες αληθινούς, που θα τρυπώσουν για πάντα στην ψυχή σας…
