Αυτόπτης μάρτυρας παραλίγο τροχαίου: μαύρο μεγάλο βαν (φταίχτης), μηχανάκι (αθώος, παραλίγο θύμα). Ο εμφανώς παραβάτης –πιο παραβάτης δεν γινόταν: αναστροφή με απαγορευτική πινακίδα εξόφθαλμη!– πήγαινε να βγει από πάνω, απειλούσε και με ξύλο το παραλίγο θύμα του.
Παρενέβην, είδα το άδικο, κρατούσα μάλιστα από δύο νεράντζια σε κάθε χέρι (για λαχανόρυζο, δικός μου τρόπος). Πάλι καλά που δεν έφαγα καμιά ξώφαλτση, γιατί μπήκα στη μέση, με τα χέρια σε έκταση να απομακρύνω τον έναν από τον άλλο, γιατί κάποια στιγμή κολλήσανε τα στήθη και σμίξανε τις μύτες σαν τα κοκόρια. «Ζήτα συγγνώμη να ξεμπερδεύουμε, να πάμε και στις δουλειές μας! Εχεις άδικο!» είπα στον φταίχτη· είχε και σβέρκο… κατσέρ.
Δεν έφαγα καμιά ξώφαλτση γιατί, ως συνήθως εν Ελλάδι, δεν έπεσε καμιά ξώφαλτση. Λόγια και ωθήσεις με τα δάχτυλα: «Τράβα πιο κει, ρε! Κάτω τα χέρια!». Στο βάθος είμαστε λαός φιλήσυχος, ειρηνικός, αλληλέγγυος. Ουδείς θέλει το κακό του άλλου. Απεναντίας, θυσιάζουμε από το συμφέρον μας για να βοηθήσουμε, να ευεργετήσουμε τον άλλο, τον συνάνθρωπο, συνέλληνα ή μετανάστη, ακόμα και αυτόν που δεν ξέρουμε, τον άγνωστο… Οποιος έχει άλλη γνώμη, διαφορετική, για τους Ελληνες, λυπάμαι, αλλά διαφωνούμε.
Φινάλε: Εφυγα και ακόμα οι οδηγοί απειλούσαν αλλήλους. Η κυκλοφορία σχεδόν είχε κλείσει, κορναρίσματα μαστιγώνανε το γυμνό σώμα της μέρας (καλό αυτό…), ενώ περί τον πυρήνα του καβγά-μαϊμού είχαν συγκεντρωθεί καμιά δεκαριά, απλώς περίεργοι, αυτόκλητοι μεσολαβητές, και εις… δικαστής. Δεν ξέρω πόσο δικαστής ήταν στην πέραν του επεισοδίου ζωή, πάντως έφερε σαμσονάιτ και στο «αυτόφωρο» της διασταύρωσης Βασ. Αλεξάνδρου και Ευφρονίου, έναντι Κάραβελ, παραπλεύρως νοσοκομείου Συγγρού, οχτώμισι το πρωί της Πέμπτης, διηύθυνε παραδειγματικά, ου μην αλλά και αυστηρά, την όλη διαδικασία.
