Ο κόσμος των γραμμάτων, συγγενείς και φίλοι αποχαιρετούν σήμερα στις 4.30 το απόγευμα στο νεκροταφείο Χαλανδρίου τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη, που πέθανε την Παρασκευή σε ηλικία 74 ετών. «Μια ευγενική μορφή που κόσμησε τα ελληνικά Γράμματα με την ποιότητα, το ήθος και τη γνήσια ποιητική του φλέβα, […] από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης Ελλάδας και από τους σπουδαιότερους της Κρήτης», ανέφερε στο συλλυπητήριο μήνυμά της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.
Τα ποιήματά του κυκλοφορούν σε δύο συγκεντρωτικές εκδόσεις «Εικόνες που επιμένουν» και «Ποιήματα 1982-2010», μαζί με ένα αυτοβιογραφικό πεζό, «Ο μεγάλος δρόμος», όλα στις εκδόσεις Γαβριηλίδη.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και αγγλικά και έχουν μελοποιηθεί από τον Γιάννη Ιωαννίδη, τον Θάνο Μικρούτσικο και τον Γιώργο Κουρουπό. Μετέφρασε Σταντάλ, Μπονφουά, Ρεμπό, Ζενέ, Καμί και άλλους.
Το 2000 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Με το φως». Για την ίδια συλλογή βραβεύτηκε με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω». Το 1993 η Γαλλία τον έχρισε Ιππότη της Τάξεως των Γραμμάτων και των Τεχνών. Βραβεύτηκε με το βραβείο Νίκος Καζαντζάκης από τον Δήμο Ηρακλείου και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών.
Στενοί φίλοι του και συνεργάτες ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της «Εφ.Συν.» να μοιραστούν μια προσωπική ιστορία από τη σχέση τους.
ΜΑΡΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ, συγγραφέας, μεταφράστρια
Αμόλα καλούμπα, Κρις
«Πού γιόγλαρες πάλι μεσημεριάτικα, μες στους ήλιους, μωρή υλίστρια; Συμμαζεμό δεν έχεις. Τι τα θες τα καλλιτεχνικά, ακόμα δε βαρέθηκες; Τι τους θες όλους αυτούς, μάταια είναι όλα, ακούς; Σπίτι είμαι, άμα θες πάρε…» Ακόμα και στο τελευταίο μήνυμα, τέτοια μου έλεγε, τα είχα μάθει απέξω…
1ο ή 2ο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα, δε θυμάμαι, ξενοδοχείο «Rio Beach», στον κήπο (;), η γενιά του ’70, κάποιοι, όχι όλοι, εγώ κανέναν δεν ξέρω προσωπικά, εκπροσωπώ το «Θεμέλιο», με πήρε υπό την προστασία του, δύο ολόκληρες μέρες κολλημένη δίπλα του. Κοντά 50 χρόνια πριν. Από τότε με μάλωνε συχνά πυκνά, για διάφορα, και με περνούσε μόνο 4 χρόνια. Αργησε ο απογαλακτισμός.
Πρέπει να ψάξω να βρω εκείνη τη φωτογραφία που μια Καθαρή Δευτέρα πετάμε μαζί αετό, τρέχουμε κρατώντας το σπάγκο κι έχουμε καταφέρει να τον σηκώσουμε ψηλά και γελάμε γεμάτοι αγαλλίαση και είναι τόσο μα τόσο όμορφος. Αμόλα καλούμπα, Κρις…
ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΧΑΡΗΣ, μεταφραστής, συγγραφέας
Αφειδώλευτος και στο ξόδεμά του
Δεν θα πω για τον ποιητή, θα πω για τον φίλο, έναν από τους δοτικότερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει· μάλλον: που φαντάζομαι να υπάρχουν.
Που μοίραζε καλοσύνη απλόχερα –όπως και ταπεράκια με φαγητό, περήφανος για τη μαγειρική του, στη γειτονιά στους φίλους, και σε καλούσε επίμονα να πας να πάρεις, ή: «να σου στείλω με κούριερ»!
Αφοσιωμένος στους φίλους του, μέχρι τυφλότητος, τον πειράζαμε: «αριστούργημα» όσα κάναμε οι φίλοι ή όσοι συμπαθούσε –ενώ όσων αντιπαθούσε, για λόγους συχνά ανεξήγητους και για τον ίδιο: «schrecklich», φρίκη: η γερμανική λέξη που είχε μάθει και τον ενθουσίαζε. Μαζί με τη λατρεμένη του καντάτα του Μπαχ, «Ich hatte viel Bekümmernis», πρώτο ακριβό δώρο του που κρατάω, ακριβώς 40 χρόνια: «Είχα μεγάλο βάρος, θλίψη…» σημαίνει, κι ήταν το μότο του, στον ενεστώτα, για να δηλώνει τη δυσθυμία του.
Μια βαθιά μελαγχολία, συστατική συχνά σ’ έναν ποιητή, που ίσως δεν τον άφησε να χαρεί όσο του άξιζε την τόσο πλούσια αλλιώς ζωή του, δοσμένος απολαυστικά στα πάθη του, ποίηση, έρωτα, καπνό, αλκοόλ.
Αφειδώλευτος και στο ξόδεμά του.
Du hattest viel Bekümmernis,
καλέ άνθρωπε· τώρα ξεκουράσου
ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ, δρ Φιλοσοφίας, ποιητής
Σπουδαίος δάσκαλος, σπουδαίος φίλος
Το μακρύ ταξίδι προς τη λήθη και το ακόμα μακρύτερο προς το αντίθετό της την α-λήθεια σε επιστρέφει πάντα στην τρωτή ανθρώπινη κατάσταση. Το να κατοικείς ποιητικά αυτό τον κόσμο σημαίνει να είσαι ανοιχτός σε κάθε ενδεχόμενο απώλειας και κατάρρευσης.
Εχω γνωρίσει πολλούς ποιητές, ο Χριστοφόρος ήταν ο πρώτος αληθινός που συνάντησα. Σπουδαίος δάσκαλος στην ποίηση, σπουδαίος φίλος στη ζωή· ώσπου τα δύο ταυτίζονταν.
Υπήρχε μια θλίψη, ανεξήγητη και ατιθάσευτη, που με τον Χριστόφορο μας έφερε κοντά και θα μας ενώνει για πάντα. Είναι ένα ιδιαίτερο είδος θλίψης, είναι μια θλίψη που όταν μαθαίνεις να την κάνεις γενναιόδωρη γιορτή [και, Χριστόφορε, θα σου είμαι πάντα ευγνώμων γι’ αυτή τη διδαχή], οι νύχτες σου καίνε φωτιά και κάνεις παρέα με αλλόκοτους θεούς –είναι δρόμος μέθης και μέθεξης.
Τα αειθαλή ευδοκιμούν πιο δύσκολα από όλα, αλλά όταν τα καταφέρνουν μένουν ζωντανά για πάντα· υπάρχει υψηλό τίμημα στην πορεία, ο Χριστόφορος το πλήρωσε ακριβά, αλλά οι λέξεις του έχουν ήδη νικήσει – θα ζήσουν για πάντα.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, συγγραφέας, κριτικός, δημοσιογράφος
Ο ποιητής σαν απακανθιζόμενος
Τον Καρυωτάκη κατονόμαζε ο Χριστόφορος Λιοντάκης σαν έναν από τους αγαπημένους του ποιητές. Κι ωστόσο κάποιο κρίσιμο μονοπάτι της ζωής του διασταυρώθηκε με το μονοπάτι ενός περιστασιακά «αντίδικου» του Καρυωτάκη: του Μαλακάση. Εννοώ την πρωιμότατη επαφή και των δύο με μια από τις ισχυρότερες μορφές του έμμετρου λαϊκού λόγου: τα μοιρολόγια. Γράφει ο Λιοντάκης στον Μεγάλο δρόμο: «Στις κηδείες φοβόμουν, ωστόσο δεν ξεκολλούσα από το σπίτι όπου υπήρχε το λείψανο. Ηθελα ν’ ακούω τα μοιρολόγια». Πολλές δεκαετίες πριν, το 1934, ο Μαλακάσης εκμυστηρευόταν σε συνέντευξη στον Κλέωνα Παράσχο: «Από την παιδική μου ηλικία, ό,τι μένει βαθύτερα χαραγμένο στη μνήμη μου είναι η μεγάλη αγάπη που αισθανόμουν για […] τις κηδείες παλικαριών και κοριτσιών, που τους θρηνούσαν οι μοιρολογίστρες».
Η αγάπη του Λιοντάκη για τα πένθιμα τραγούδια δεν μετέτρεψε το έργο του σε μοιρολόι. Με τον ίδιο τρόπο, η γνωστική αγάπη του για τον Καρυωτάκη την προστάτεψε από το να γίνει κόπια του καρυωτακισμού. Σε δρόμο ανηφορικό από το 1973, το έργο του καταστάλαξε σε λόγο μειλίχιο. Αναζήτησε παραμυθία στη μοναδική θεότητα που δεν έπαψε να θαυματουργεί: τη φύση, «το πρώτο του καταφύγιο». Κρατήθηκε από το «ληθοκτόνο άρωμα της μουσμουλιάς» και την «πανσέληνη γάζα της θάλασσας». Με στωικό σύμμαχο τη διπλή γνώση: «Σε μια κλωστή φεγγάρι κρέμεται το θαύμα». Αλλά και: «Λίγη σαγήνη από την ομορφιά που καταρρέει / επιμένει ακόμη να». Φαινομενικά ημιτελής ο δεύτερος στίχος, είναι ο θεμέλιος λίθος μιας Φυσικής, όχι μιας Μεταφυσικής.
Στη συλλογή Με το φως ο Λιοντάκης ανατρέχει στον Ησαΐα (όπως παλιότερα ο Σεφέρης), δείχνοντας να υιοθετεί το συμπέρασμά του «Πάσα σαρξ χόρτος». Η υιοθεσία όμως μαστορεύει τη νοηματική ανατροπή. Στον Ησαΐα, το πόρισμα είναι καταθλιπτικό: «Πάσα σαρξ χόρτος, και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου· εξηράνθη ο χόρτος, και το άνθος εξέπεσεν». Για τους πιστούς της θρησκείας, μόνο «το ρήμα του Θεού μένει εις τον αιώνα». Για τους πιστούς του ανθρώπου όμως το ξεραμένο χορτάρι δεν είναι το τέλος, αλλά η προϋπόθεση για να λειτουργήσει η αναγεννητική μηχανή της μνήμης και να ξαναφτιάξει περιβόλια. Γι’ αυτό και ο Λιοντάκης κλείνει ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του με το βιβλικό χωρίο –αλλά παραμυθητικά ανανοηματοδοτημένο:
Σε βλέπω πάλι βιαστική
πριν βγει ο ήλιος να προλάβεις
ευχές να δώσεις στα βοτάνια
τους ανθούς να κόψεις της κολοκυθιάς
θειάφι στις ντοματιές να ρίξεις
τις σταφυλιές να ράνεις με χαλκό
στα περιστέρια να αλλάξεις το νερό
το δυόσμο να κορφολογήσεις.
Σε βλέπω πάλι βιαστική
να προλάβεις πριν βγει ο ήλιος
να μου φτιάξεις τσάι με κανέλα.
Μάνα, το σπίτι ξανάγινε το περιβόλι μας.
Πάσα σαρξ χόρτος.
Για να παραμείνουμε στο καταφύγιο της φύσης, με οδηγό το ποίημα «Απακανθιζόμενος», ο ποιητής είναι ένας μονίμως απακανθιζόμενος. Μόνο που τ’ αγκάθια της μνήμης του δεν τα πετάει. Αυτά είναι το μολύβι του.
