Σάλο προκάλεσε προκαταβολικά στον χώρο των ηλεκτρονικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης η νέα «Νόρμα» της ΕΛΣ, σε σκηνοθεσία Κάρλους Παντρίσα της διάσημης κολεκτίβας Λα Φούρα ντελς Μπάους. Η πρεμιέρα στο κατάμεστο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών καταχειροκροτήθηκε (5/6/2019).
Προηγουμένως, προωθητικό video που αναρτήθηκε στο Facebook της ΕΛΣ τροφοδότησε κύμα αρνητικών σχολίων και ενστάσεων με καταφανώς συντηρητικό στίγμα, που διατείνονταν ότι η νέα σκηνοθεσία καταστρέφει το έργο, προσβάλλει την όπερα κ.ο.κ. Μάλιστα, ανήμερα της πρεμιέρας, αυτά αναδημοσιεύτηκαν σε κείμενο που αναρτήθηκε σε ιστότοπο ευρείας ανάγνωσης.
Πρεμιέρα της ΕΛΣ στο Ηρώδειο
Ασχετα εάν η μονομερώς αρνητική αντίδραση ήταν πράγματι απολύτως αυθόρμητη –στο ανεξέλεγκτο αυτό πεδίο της ανώνυμης, «δημοκρατικής» χάβρας του διαδικτύου ποτέ δεν το γνωρίζεις- τα σχόλια αυτά είναι μάλλον αναμενόμενα όταν ο πολιτισμός των παραστατικών τεχνών τείνει να εξισωθεί μονομερώς με διασκέδαση, καθιστώντας τα βαρύτερα, εξω-αισθητικά συμφραζόμενα των έργων αδιάφορα, απόμακρα, δυσδιάκριτα…
Εμπνεόμενος από την τρέχουσα, θερμή επικαιρότητα της οξυνόμενης περιβαλλοντικής κρίσης και, βεβαίως, λειτουργώντας με προδιαγραφές υπερθεάματος ευρείας απήχησης, ο Παντρίσα έκανε ό,τι γίνεται συχνά και δικαιολογημένα σε χώρες όπου στα πασίγνωστα έργα οι παραδοσιακές σκηνοθεσίες έχουν εξαντλήσει τον επικοινωνιακό δυναμισμό τους: μετέφερε την ψευδοϊστορική δράση από την υπό ρωμαϊκή κατοχή Γαλατία των Ρομάνι/Μπελίνι σε ένα εφευρημένο ψευδομυθικό, δυστοπικό μέλλον, όπου ο πολιτισμός έχει καταρρεύσει και η ανθρωπότητα πνίγεται στα σκουπίδια, δηλητηριασμένη από το πλαστικό που κατακλύζει τη Γη και πλήττει τη γονιμότητα.
Αυτό μετατόπισε μερικώς την έμφαση από τον ιστορικό αξιακό πυρήνα του έργου -το δυσεπίλυτο δίλημμα «πίστη στην Πατρίδα ή στον Ερωτα»- στο σύγχρονο πεδίο της περιβαλλοντικής κρίσης.
Με αισθητική τυπικά σύγχρονου, ζοφερού κόμικ, ο Παντρίσα αξιοποίησε ολόκληρο το οπλοστάσιο των σκηνικών τεχνασμάτων της ομάδας –φωτισμούς, βιντεοπροβολές, ακροβατικά, μηχανές, φωτεινά κοστούμια, ακτιβιστικές παρεμβάσεις- και διέπλασε ένα πλούσιο, συχνά ονειρικό υπερθέαμα με πολλαπλές ενδιαφέρουσες αναφορές/παραπομπές σε αισθητικές/τάσεις της υποκουλτούρας, πολιτικές, περιβαλλοντικά θέματα κ.λπ.
Μια σκηνοθεσία όχι λιγότερο επιθετικά μοντέρνα απ’ ό,τι κάποιες επιτυχημένων παραγωγών της ΕΛΣ και ασυζητητί πιο ενδιαφέρουσα απ’ ό,τι κάποιες άλλες άτολμα συντηρητικές, «πιστές στο πρωτότυπο»…
Μουσικά η παράσταση ήταν πολύ καλή χάρη στη δυνατή, ισορροπημένη διανομή και στην καλή απόδοση των συνόλων της ΕΛΣ υπό τη δυναμική, σφιχτή, προσεκτική διεύθυνση του Γιώργου Μπαλατσινού. Πιθανότατα διέθετε το πιο στιβαρό κουαρτέτο πρωταγωνιστών που έχει ακούσει η Αθήνα τις τελευταίες δεκαετίες στη «Νόρμα»: την Αμερικανίδα υψίφωνο Κάρμεν Τζανατάζιο (Νόρμα), τον Πολωνό τενόρο Αρνολντ Ρουτκόφσκι (Πολιόνε), τη Ρουμάνα υψίφωνο της ΕΛΣ Τσέλια Κοστέα (Ανταλτζίζα) και τον Αμερικανό βαθύφωνο Ρέιμοντ Ατσέτο (Οροβέζο).
Οι μεγάλες, πλούσιες, ηχηρές, σαφώς διακριτές φωνές τους γέμισαν άνετα το ρωμαϊκό αμφιθέατρο, αναμετρήθηκαν αβίαστα με την ορχήστρα και πρόσφεραν μεστό, προσεγμένο –αλλά δίχως ιδιαίτερες επιδόσεις στις στιλιστικά δεξιοτεχνικές σελίδες- τραγούδι. Εξαιρετική ήταν η άρθρωση των τεσσάρων πρωταγωνιστών. Σε πλήρη ανάπτυξη, η Ορχήστρα και η Χορωδία της ΕΛΣ απέδωσαν τη μουσική του Μπελίνι συντονισμένα, με προσήλωση και με ακρίβεια, με συμπαγή, ρωμαλέο ήχο.
