ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Τάσος Τσακίρογλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο στίβος της πολιτικής εδώ και πολλές δεκαετίες θεωρείται ένας χώρος όπου σίγουρα δεν κυριαρχούν η ευγένεια των σκοπών, το ήθος, η ανιδιοτέλεια και η βούληση για προσφορά. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από τεράστιες παθογένειες, ώστε η ενασχόληση με αυτήν να θεωρείται από ύποπτη έως αρνητική.

Κρίση αντιπροσώπευσης, διαφθορά, μαύρο πολιτικό χρήμα, προώθηση ιδιοτελών συμφερόντων, εξαπάτηση, κόμματα-επιχειρήσεις, διαπλοκή με τον Τύπο, αποξένωση των πολιτών. Ορισμένα μόνο από τα «φρούτα» της σύγχρονης πολιτικής σκηνής διεθνώς.

Ο Μαξ Βέμπερ, ένας από τους σπουδαιότερους κοινωνιολόγους -«ο Μαρξ της αστικής τάξης»- σε μια διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, η οποία δημοσιεύτηκε το 1919, μας δίνει μια «αρχαιολογία» της πολιτικής και του κομματικού συστήματος, απαραίτητη για όποιον φιλοδοξεί να κατανοήσει το πολιτικό σύστημα των δύο τελευταίων αιώνων, με τίτλο «Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα», η οποία επανεκδόθηκε από τις καλές εκδόσεις ΔΩΜΑ και νέα μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Ο χρόνος της διάλεξης είναι αμέσως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με την ηττημένη Γερμανία, βάσει της Συνθήκης των Βερσαλιών, να καλείται να πληρώσει τεράστιες αποζημιώσεις και να χάσει εδάφη. Απογοήτευση, ταπείνωση, ηττοπάθεια.

Συναισθήματα που, καθοδηγούμενα από τους ναζί και τον Χίτλερ, θα οδηγήσουν στον ρεβανσισμό και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ταυτόχρονα το 1918 -και με πρόσφατη την Οκτωβριανή Επανάσταση- έχουμε τη γερμανική επανάσταση, την ήττα της και την έλευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Ο Βέμπερ κρατά αποστάσεις τόσο από τον ναζισμό όσο και από την επανάσταση, υιοθετώντας κατά έναν τρόπο τη «θεωρία των δύο άκρων». Διαβλέπει όμως ότι «μπροστά μας δεν έχουμε την ανθοφορία του θέρους, αλλά μια νύχτα παγερής σκοτεινιάς και σκαιότητας, όποια και εάν είναι η παράταξη που φαίνεται σήμερα να επικρατεί». Φυσικά τον επιβεβαίωσε τραγικά η βαρβαρότητα του ναζισμού και όχι η «δημοκρατία των συμβουλίων».

Ο Γερμανός κοινωνιολόγος μελετά τις βασικές χώρες της Ευρώπης και τις ΗΠΑ και αναλύει τη μετάβαση από τα κόμματα των αρχόντων, των ευγενών και των γαιοκτημόνων στα σύγχρονα κόμματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τα οποία ορίζει ως μηχανισμούς συλλογής ψήφων και χρημάτων.

Μιλά για τους κομματάρχες τύπου Γκρούεζα (Δ. Παπαγιαννόπουλος) στην ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο», γράφοντας: «Ο πολυμήχανος κομματάρχης με τη διακριτικότητά του στα οικονομικά είναι, εννοείται, ο άνθρωπος των καπιταλιστικών κύκλων που χρηματοδοτούν τις προεκλογικές εξορμήσεις… Δεν έχει σταθερές πολιτικές αρχές, είναι πλήρως απαλλαγμένος από φρονήματα. Ενα μόνο ρωτάει: “τι φέρνει ψήφους;”… Η ανάθεση των αξιωμάτων γίνεται με βασικό κριτήριο τις υπηρεσίες προς το κόμμα».

Τονίζει μάλιστα ότι ο κομματικός μηχανισμός προσδοκά ιδίως «ότι η δημαγωγική γοητεία της προσωπικότητας του ηγέτη προεκλογικά θα φέρει στο κόμμα ψήφους και έδρες, και συνεπώς εξουσία, έτσι που η προσδοκώμενη ανταμοιβή τους να καταστεί πιθανότερη».

Παράλληλα κάνει τη διάκριση ανάμεσα σ’ εκείνους που ζουν «για» την πολιτική και όσους ζουν «από» την πολιτική. Οι πρώτοι αφιερώνονται στην πολιτική υπακούοντας σε ένα εσωτερικό «κάλεσμα» και θεωρώντας ότι υπηρετούν έναν «σκοπό», μια «υπόθεση», ενώ οι δεύτεροι «πασχίζουν να την καταστήσουν μόνιμη πηγή εισοδήματος». Εννοείται ότι στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι εύποροι, οι απαλλαγμένοι από τα βιοτικά άγχη.

Ο Βέμπερ χρησιμοποιεί σαν «ιδεότυπους» τις μορφές του δικηγόρου και του δημοσιογράφου, επαγγέλματα που κατά κόρον εμπλέκονταν στην εποχή του (αλλά και στη δική μας) στην πολιτική. Ηδη από τότε λέει ότι «ο εργαζόμενος δημοσιογράφος συγκεντρώνει όλο και λιγότερη πολιτική επιρροή, ενώ αντίθετα ο καπιταλιστής μεγιστάνας του Τύπου όλο και περισσότερη».

Πρόκειται για ένα χρήσιμο βιβλίο, ένα εγχειρίδιο πλοήγησης στη σύγχρονη πολιτική τόσο για τους πολιτικούς όσο και για τους πολίτες.