ΔΙΑΤΥΠΩΝΩ ΔΥΟ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ σχετικά με την απόφαση για την ημερομηνία της εθνικής κάλπης. Πρόκειται για αδιόρατες λεπτομέρειες που δεν έλαβαν υπ’ όψιν μες στη θολούρα τους οι επιτελείς του Μαξίμου. Κακώς. Ο Ιούλιος, και δη η πρώτη του εβδομάδα, είναι αναπόδραστα ταυτισμένος με το δημοψήφισμα του 2015 και την ακροβατική κυβίστηση του πρωθυπουργού που μετέτρεψε το «όχι» σε «ναι». Στη θέση τους θα απέφευγα να το θυμίσω στους ψηφοφόρους. Στις επτά εβδόμου, επίσης, τιμάται η μνήμη της Αγίας Κυριακής και, εκτός από την Κούλα, την Κική, τη Σάντι, την Κορίνα, γιορτάζει και ο Κυριάκος. Επ’ ουδενί λόγω θα διακινδύνευα να χαρίσω στον μισητό αντίπαλο το δώρο που λαχταράει από παιδί. Στις αρχές Ιουλίου 1921, όμως, γεννήθηκε ο Νάνος Βαλαωρίτης. Τον αφήνω να σχολιάσει τα τεκταινόμενα με τη σοφία των εκατό του χρόνων:
ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ Ι Κάτι πολύ παράξενο μου δήλωσε πως/ τα πρωτεία έχει πάντοτε η εφηβεία της φήμης.// Οπως και να το κάνεις, βγαίνεις κερδισμένος/ μόνο οι χαμένοι το ξέρουν αυτό· π.χ. ο Αδάμ απ’ την Εύα.// Ενα μήλο αξίζει τρεις φορές περισσότερο/ απ’ την πρώτη φορά· θα σ’ τα ρίξω μου είπε// αλλά όχι τώρα, αργότερα. Δεν ήταν στα χαρτιά/ ούτε στ’ άστρα να σμίξουμε. Το πλοίο/ έφευγε στις πέντε. Η σειρήνα σφύριζε./ Τι μανία είναι αυτή να βιάζεσαι πάντα// να τελειώσεις πρώτος; Ποιος σου ’μαθε/ να φιλάς έτσι. Δυο βυζιά δεν είναι βιολιά// ούτε φλάμπουρα – είναι πουλιά που πετάνε/ μόλις ακούσουν μια τουφεκιά κι εξαφανίζονται.// Απόψε παίζω με τις αποφράδες – και χάνω./ Αύριο θα τα ξανακερδίσουμε όλα και παραπάνω.// Οταν σε είδα να βγαίνεις ψηλός λιγνός χλομός/ απ’ το λουτρό, είπα μέσα μου – να ένας ακόμα/ που ψώνισε την αλήθεια.
ΤΡΟΙΑ Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι/ κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν/ όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν./ Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.// Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,// καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν./ Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν./ Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.// Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!/ Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα/ κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι./ Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα./ Οταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,/ Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!
ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ Εχω μια μεγάλη αδυναμία/ για καπνισμένα περιβάλλοντα/ για ύποπτες ατμόσφαιρες/ για τα «Φωτερά σκοτάδια»/ που συμπυκνώνουν περιφραστικώς/ τα εξ ων αποτελούμαι/ βιαιότητες που προχωρούν σε έργα/ λόγια που έμειναν μετέωρα./ (Και μάλιστα πολύ απτά/ απ’ του καθένα τα γραπτά).// Δεν υπάρχει άλλο τίποτα καλύτερο/ απ’ την κλαγγή των κεραυνών/ κι απ’ τη φυγή των γερανών/ μ’ ένα ευχάριστο ζιγκ-ζαγκ/ στον χρόνο της επιστροφής/ από τους μακρινούς πολέμους./ […] Αίσθημα πολύ περίσσευε/ στου καφενείου του βουερού/ το μέσα μέρος – όπου ο γέρος/ κάθεται και καπνίζει το λουλά/ σκεπτόμενος τα καπηλειά/ που γνώρισε στα νιάτα του.
