Η χώρα μας αριθμεί διαχρονικά 1.000 ισοβίτες στις φυλακές της (επί συνόλου περίπου 10.000 κρατουμένων) και κάθε χρόνο βρίσκεται στην πρώτη θέση στον σχετικό πίνακα του Συμβουλίου της Ευρώπης που αποτυπώνει την κατάσταση των ποινικών συστημάτων όλων των κρατών-μελών του.
Ο αριθμός των ισοβιτών στη χώρα μας είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες με παρόμοιο πληθυσμό.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κρατούμενοι με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης στην Πορτογαλία, την Τσεχία, την Αυστρία και τη Σουηδία δεν υπερβαίνουν τους 40, ενώ στη Γερμανία αγγίζουν τους 140. Η παραπάνω αναλογία δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση σε ιδιαίτερα αυξημένη στη χώρα εγκληματικότητα σε σχέση με τις χώρες της Ευρώπης.
Ειδικότερα, η εγκληματικότητα στη χώρα μας δεν εμφανίζει ιδιαίτερες αυξομειώσεις την τελευταία δεκαετία σε σχέση με τα «βαριά» εγκλήματα της ανθρωποκτονίας ή του βιασμού. Ωστόσο, παρατηρείται αύξηση στα οικονομικά εγκλήματα (απάτη, πλαστογραφία) ή αυτά που στρέφονται κατά του Δημοσίου (π.χ. φοροδιαφυγή).
Οπως προκύπτει από τις στατιστικές αναλύσεις για την εγκληματικότητα, η αύξηση του αριθμού των καταδικασθέντων σε ποινές κάθειρξης στη χώρα μας οφείλεται κυρίως στις αλλεπάλληλες νομοθετικές μεταβολές, σύμφωνα με τις οποίες έχουν μετατραπεί τα περισσότερα εγκλήματα σε κακουργήματα, με πλαίσιο ποινών από 5-20 έτη κάθειρξη ή με ισόβια κάθειρξη.
Οι τροποποιήσεις αυτές, οι οποίες συμπτωματικά υλοποιούνταν σε περιπτώσεις όπου υπερπροβάλλονταν μορφές εγκληματικότητας από τα ΜΜΕ (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν εγκλήματα «διαφθοράς» ή η φοροδιαφυγή), είχαν ως βασικό άξονα την «επικοινωνιακή» διαχείριση της εγκληματικότητας από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, προκειμένου να δειχθεί ότι το κράτος – τιμωρός είναι παρόν.
Εξαιτίας της εξαιρετικά αυστηρής νομοθεσίας και εφαρμογής της από την ποινική δικαιοσύνη, παρατηρείται υπερπληθυσμός στις ελληνικές φυλακές (με παράλληλες καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), με αποτέλεσμα σε μόνιμη βάση από το 2005 (με το ν. 3346/2005) να προβλέπεται «έκτακτο» (που επαναλαμβάνεται περίπου κάθε έτος) νομοθετικό πλαίσιο για «την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης.
Περαιτέρω η διεύρυνση των όρων της αναστολής και της μετατροπής της ποινής, στην προσπάθεια να μην οδηγήσουν σε αδιαχώρητο το σωφρονιστικό σύστημα της χώρας μας, δημιούργησαν «ονομαστικές» ποινές, οι οποίες σπάνια εκτίονται και προβάλλουν ένα διάχυτο «στίγμα ατιμωρησίας».
Οι παραπάνω διαπιστώσεις δείχνουν ότι η αλλαγή παραδείγματος στο πεδίο της ποινικής καταστολής είναι επιβεβλημένη. Η συνολική αναμόρφωση του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης απαιτεί ορθολογισμό ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, με βασικό κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας.
Στο πλαίσιο αυτό κινείται σε γενικές γραμμές το Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα που βρίσκεται αυτές τις ημέρες σε διαβούλευση.
Επιχειρείται λοιπόν ένα νέο ποινολογικό σύστημα, με δραστική μείωση των μέχρι σήμερα προβλεπόμενων ποινών, σε αντιστοιχία με ευρωπαϊκές νομοθεσίες ως προς την πρόβλεψη και την εκτέλεσής τους. Τις προβλέψεις αυτές συμπληρώνουν, εξάλλου, στην κατεύθυνση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, οι ρυθμίσεις για την ποινική διαπραγμάτευση και την ποινική συνδιαλλαγή που εισάγονται παράλληλα στο Σχέδιο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις του Ποινικού Κώδικα, επιχειρείται η γενική αποκλιμάκωση της ποινικής καταστολής με κατάργηση εγκλημάτων, με τον περιορισμό της ποινής των ισοβίων (μόνο για τα εγκλήματα της εσχάτης προδοσίας, της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, του θανατηφόρου βιασμού και της θανατηφόρου ληστείας), με τη μείωση της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης από τα 20 στα 15 έτη, με τη μετατροπή αρκετών κακουργημάτων, για τα οποία σήμερα προβλέπεται ποινή κάθειρξης 5-10 έτη, σε «βαριά» πλημμελήματα με ποινή 3-5 έτη, η οποία πλέον εκτίεται.
Περαιτέρω προβλέπονται νέοι εναλλακτικοί τρόποι της εκτέλεσης των στερητικών της ελευθερίας ποινών, με πρόβλεψη για κύρια ποινή την παροχή κοινωφελούς εργασίας αλλά και έκτιση ποινών (3-5 ετών) που μέχρι σήμερα ήταν σπάνια η έκτισή τους (πλην των φτωχών καταδίκων που δεν είχαν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν την ποινή τους).
Οι επιφυλάξεις σε κάθε μεγάλη νομοθετική τροποποίηση, ιδίως του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος συμπληρώνει περίπου 70 χρόνια ζωής, έχουν ως αφετηρία την ενδεχόμενη επιεική αντιμετώπιση «επιφανών» κατηγορουμένων για τους οποίους εκκρεμεί ήδη ποινική διαδικασία ή εγκληματικών συμπεριφορών που με τις νέες διατάξεις προβλέπεται μείωση της προβλεπόμενης ποινής.
Ωστόσο, είναι εμφανές ότι η κριτική αυτή είναι ελλιπής και αποσπασματική και θα έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση του μέχρι σήμερα προβληματικού τοπίου. Αλλωστε, αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που μέχρι σήμερα δεν κατέστη δυνατόν να γίνει μια ουσιαστική αναμόρφωση του ποινικού μας δικαίου, η οποία οδήγησε την «καθαρίστρια» στη φυλακή ως «καταχραστή κατά του Δημοσίου».
Αλλωστε, ο κάθε νόμος θεσπίζεται πάντοτε για το μέλλον και δεν είναι δυνατόν να προτάσσονται μόνο οι παρούσες δικαστικές εκκρεμότητες, διαφορετικά δίκαια θα κατηγορηθεί για «φωτογραφία».
Ασφαλώς και κάποιες από τις διατάξεις του προτεινόμενου Σχεδίου του Ποινικού Κώδικα χρειάζονται βελτίωση και τον σκοπό αυτό υπηρετεί η δημόσια διαβούλευσή του, με στόχο να αξιολογηθούν οι κριτικές και οι παρατηρήσεις που θα τεθούν για το τελικό κείμενο. Επιλέγω δύο: αμηχανία προκαλεί η μη συμπερίληψη στο Σχέδιο Ποινικού Κώδικα των ιδιαίτερα θετικών ρυθμίσεων που τα τελευταία χρόνια θεσπίστηκαν με τους ν. 4322/2015 και 4356/2015 για τη μεταχείριση των ανηλίκων δραστών και την αντιμετώπιση του ρατσιστικού εγκλήματος, οι οποίες είναι απολύτως σκόπιμο και αναγκαίο να παραμείνουν, να υιοθετηθούν και να ενσωματωθούν στο νέο Σχέδιο.
Τούτο διότι οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις στο πεδίο της ανήλικης παραβατικότητας (αρ. 127 ΠΚ) είχαν ως στόχο την ελαχιστοποίηση του εγκλεισμού των ανηλίκων δραστών και την αποφυγή των αρνητικών συνεπειών του (στίγματος/κοινωνικής περιθωριοποίησης/υποτροπής), σε απόλυτη συμφωνία με διεθνή νομοθετικά κείμενα. Περαιτέρω η ουσιαστική διάγνωση του ρατσιστικού εγκλήματος (άρ. 81 Α ΠΚ), ως συμπεριφοράς που προσβάλλει πρώτιστα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, απαιτεί (πέρα από τη σημειολογική «ορατότητά» του στον ΠΚ) σαφή στοιχεία που προκύπτουν αποδεικτικά μέσω των ρατσιστικών χαρακτηριστικών της πράξης και όχι μέσω της ασαφούς «διάγνωσης κινήτρων».
Αντίθετα, οι «κραυγές» για την «ατιμωρησία των μολότοφ» ή για την κατάργηση ενός εγκλήματος που προέβλεπε την «πρόκληση με δόλο βλάβης στο κράτος από τους πληρεξουσίους», το οποίο δεν εφαρμόστηκε ποτέ, δεν βοηθούν στην ψύχραιμη ανάγνωση του προτεινόμενου σχεδίου. Ιδίως διότι αποκρύβουν τη συνολική συστηματική ποινολογική μεταρρύθμιση σε πλήθος εγκλημάτων και αναδεικνύουν μόνο τα στοιχεία αυτά, ως τα μοναδικά στα οποία «εντοπίζεται» αποσπασματικά η διαφοροποίηση ανάμεσα στο ισχύον και το προτεινόμενο καθεστώς.
Με τον τρόπο όμως αυτόν, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σε ήσσονος σημασίας ζητήματα, τα οποία παρουσιάζονται με ανεπαρκή νομική βάση, και η κοινή γνώμη διαμορφώνεται στη βάση μιας ψευδούς και αποσπασματικής εικόνας για τη συνολική προτεινόμενη μεταρρύθμιση.
Το υπό διαβούλευση Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα δεν είναι απολύτως νέο. Οι προσπάθειες για την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα στη χώρα μας ξεκινά από το 2006 (επιτροπή Ν. Ανδρουλάκη) και συνεχίστηκε εντατικά από το 2010 (επιτροπή Ι. Μαλωλεδάκη, επιτροπή Β. Μαρκή 2013).
Ο προτεινόμενος Ποινικός Κώδικας ακολουθεί στην πλειονότητά του τα παραπάνω Σχέδια που παρέδωσαν οι προηγούμενες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές. Συνεπώς, πρόκειται για ένα κείμενο που, με κοινές αφετηρίες και αντιλήψεις, κατέληξε μετά από πολύχρονη επεξεργασία του από κορυφαίους νομικούς (πανεπιστημιακούς, δικαστές, εισαγγελείς και δικηγόρους) να εισφέρει ένα σύγχρονο μοντέλο αντεγκληματικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, η κριτική ανάγνωσή του είναι αναγκαία και επιβεβλημένη, μακριά όμως από αποπροσανατολισμούς και φοβίες που δεν συνάδουν στο νομικό μας πολιτισμό.
* επίκουρος καθηγητής Νομικής ΔΠΘ
