Η αξιοκρατία είναι μία από εκείνες τις έννοιες που χαίρουν πολύ μεγάλης αποδοχής στις μέρες μας και είναι εδραιωμένη στο συλλογικό ασυνείδητο ως αναγκαία συνθήκη για μια δίκαιη κοινωνία. Γενικότερα, η ιδέα της αξιοκρατίας ενδύεται ιδιαίτερης ηθικής αίγλης, διαθέτει μεγάλη ιδεολογική εμβέλεια και βρίσκεται στην αιχμή των φιλελεύθερων καπιταλιστικών κοινωνιών.
Ιδιαίτερα στο πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας, συνδέεται από πολλούς με το αναγκαίο εκείνο επίπεδο εκσυγχρονισμού που πρέπει να κατακτήσουμε προκειμένου να γίνουμε μια εύτακτη δυτική κοινωνία. Ομως, από την άλλη, η αξιοκρατία είναι και μια έννοια που μπορεί να εγείρει πολλά ερωτήματα σε έναν καλόπιστα σκεπτόμενο πολίτη που προβληματίζεται για την κοινωνική δικαιοσύνη.
Η αξιοκρατία μπορεί να καταστεί ένα πραγματικό μέσο μείωσης των ταξικών αποστάσεων και κοινωνικής κινητικότητας
Τι σημαίνει αξιοκρατία; Πώς αποτιμάται αλλά και πώς μετριέται η «αξία» εκάστου από εμάς; Είναι δυνατό σήμερα να υποστηρίζουμε ότι ένας άνθρωπος έχει μεγαλύτερη «αξία» από έναν άλλο; Μήπως αυτό οδηγεί σε έναν ιδιότυπο κοινωνικό δαρβινισμό, όπου ο «άξιος», ο ικανός, ο δυνατός θα επιβιώσει και ο αδύναμος θα εκλείψει; Τι θα πει επιτυχία και τι θα πει αποτυχία στο πλαίσιο των ατομικιστικών καπιταλιστικών κοινωνιών; Τι θα γινόταν στην υποθετική περίπτωση που οι αποτυχόντες μιας τέτοιας κοινωνίας έπαυαν να αποδέχονται την αποτυχία τους ως δίκαιη;
Πόσο δίκαιο είναι να ανταμείβεται κάποιος για τα φυσικά του ταλέντα και ικανότητες έναντι κάποιου άλλου που δεν τον προίκισε ανάλογα η φύση; Υπάρχουν «έμφυτα θεία δώρα»; Υπάρχουν ταλέντα εκ φύσεως; Από πού συνάγεται ότι αυτός που έχει το «ταλέντο», έχει και τη βούληση να το διαθέσει στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου; Μήπως όμως ακόμα και τα ταλέντα και τα «φυσικά» χαρακτηριστικά του ανθρώπου είναι τελικά κοινωνικά καθορισμένα; Και αν ναι, μήπως η αξιοκρατία, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι τελικά ένα κενό γράμμα ή απλά ένας μηχανισμός διαιώνισης των κοινωνικών ανισοτήτων;
Μπορεί να θεωρηθεί η αξιοκρατία ένας μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας στις σύγχρονες φιλελεύθερες κοινωνίες; Μπορεί να συνυπάρξει η δομική ανισότητα μιας καπιταλιστικής κοινωνίας με την αξιοκρατία, και τι είδους αξιοκρατία θα είναι αυτή; Ποια η σχέση της αξιοκρατίας με την τεχνοκρατία; Ποια η σχέση της με τους επίσημους εκπαιδευτικούς θεσμούς και την παιδεία γενικότερα; Μπορεί να συνυπάρξει η αξιοκρατία με τη δημοκρατία; Γιατί θεωρούμε αυτονόητο οι εκπρόσωποι του λαού, και παραγωγοί του Νόμου, να προκύπτουν απλώς ως αποτέλεσμα μιας αριθμητικής πλειοψηφίας, ενώ οι αξιωματούχοι που θα πρέπει να εφαρμόσουν τη νομοθεσία να πρέπει να προκύπτουν μέσα από μια αυστηρά οργανωμένη αξιοκρατική επιλογή;
Οι απαντήσεις
Αυτά, και άλλα πολλά, πιο βαθιά και καίρια ερωτήματα, έρχεται να απαντήσει το νέο βιβλίο του διδάκτορα Δημοσίου Δικαίου και συμβούλου του ΑΣΕΠ, Απόστολου Παπατόλια, «Η Αξιοκρατία ως αρχή και ως δικαίωμα: Θεωρητικές καταβολές, συνταγματική θεμελίωση και θεσμική πρακτική», που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαζήση, εμπλουτίζοντας αξιόλογα τη σχετική βιβλιογραφία, τόσο από πλευράς θεωρητικής ανάλυσης όσο και από τη σκοπιά της εξέτασης της καθημερινής κρατικής πρακτικής, όπου και, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη επιστημονική συνεισφορά του.
Και όπως κάθε σοβαρό επιστημονικό πόνημα, που σέβεται το εαυτό του, δεν απαντάει μόνο σε ερωτήματα, αλλά θέτει και νέες αμφισβητήσεις και προβληματισμούς στο πεδίο του δημοσίου διαλόγου, οι οποίες πηγάζουν από εποικοδομητική κριτική και καταλήγουν σε προτάσεις για μια αναδιατύπωση της έννοιας, σε μια «αλληλέγγυα μετα-αξιοκρατία».
Το έργο αυτό, μαζί με το βιβλίο του Γρηγόρη Μολύβα «Αξιοκρατία και Κοινωνική Δικαιοσύνη» που προηγήθηκε, είναι ό,τι πιο σύγχρονο και φρέσκο έχει να επιδείξει η ελληνική βιβλιογραφία στον τομέα αυτό. Το έργο όμως του κ. Παπατόλια, πατώντας πάνω στις στιβαρές θεωρητικές βάσεις που στήνει το έργο του Μολύβα, επεκτείνει την προβληματική πέρα από την πολιτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία και αναλύει το θέμα και υπό το πρίσμα της πολιτικής και της διοικητικής επιστήμης, αλλά επίσης εξειδικεύει και εφαρμόζει στον χώρο του δικαίου τις γνωστές έννοιές τους, αξιοποιώντας τις αναλυτικές κατηγορίες και τα ερμηνευτικά εργαλεία της συνταγματικής επιστήμης. Ετσι, είναι σε θέση να καταπιαστεί με αξιώσεις με τη σύγχρονη πραγματικότητα της δημόσιας διοίκησης και να αναδείξει τόσο το συνταγματικό και νομικό σκέλος της όσο και τη διοικητική του πτυχή.
Η ενασχόληση του συγγραφέα, ως συμβούλου του ΑΣΕΠ, με την ελληνική δημόσια διοίκηση και τις παθογένειές της, αλλά και με την καθημερινή πολιτική πράξη, ως πρώην νομάρχης, του επιτρέπει να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής διοικητικής πραγματικότητας, τόσο από πλευράς του νομικού οικοδομήματος όσο και από πλευράς της πρακτικής εφαρμογής του. Ετσι, είναι σε θέση να τολμά να διατυπώνει εποικοδομητικές προτάσεις για την υπέρβαση των δυσκολιών, που έχουν και πρακτικό αντίκρισμα.
Η ανάλυση
Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι η αξιοκρατία δεν είναι μία σαφής έννοια αλλά σχετίζεται με ό,τι εκάστοτε θεωρείται «δίκαιη κοινωνία», καθώς ή «αξία» είναι μια αμφίσημη, ελαστική και εννοιολογικά αβέβαιη ιδιότητα (σ. 13), μια κοινωνική κατασκευή η οποία χρησιμοποιείται ενίοτε εργαλειακά για την επίτευξη ηθικοπολιτικών στόχων (σ. 287). Ετσι, προβαίνει σε μια συναρπαστική θεωρητική περιπλάνηση και ιστορική περιοδολόγηση, όπου αναδεικνύονται όλες οι ιστορικές εκδοχές και όλες οι ερμηνευτικές πτυχές του όρου, αν και διακρίνεται μία σαφής προτίμηση του συγγραφέα προς τις σύγχρονες φιλελεύθερες θεωρίες δικαιοσύνης.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου αναπτύσσεται το θεωρητικό υπόβαθρο και η εννοιολογική εξέλιξη της αρχής της αξιοκρατίας, σε συσχετισμό με έννοιες όπως η ισότητα, η δημοκρατία και η διοικητική αποτελεσματικότητα. Στο δεύτερο μέρος, γίνεται εκτενής ανάλυση της συνταγματικής διάστασης της αξιοκρατίας, είτε ως δικαιώματος είτε ως συνταγματικής αρχής, η οποία ακολουθείται από μια ανάλυση της αξιοκρατικής πρακτικής στο επίπεδο της δημοσιοϋπαλληλίας, η οποία ειδικεύεται στο σύγχρονο αίτημα για αποπολιτικοποίηση και αξιοκρατική επιλογή των επιτελικών στελεχών στην Ελλάδα και την ανάλυση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου.
Η όλη ανάλυση του κ. Παπατόλια επιδιώκει να κινείται πίσω από τα προφανή και να αναδεικνύει εκείνα τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και χαρακτηριστικά του θέματός του που διαφεύγουν τη συνήθη δημοσιογραφική προσέγγιση αλλά αναβαθμίζουν την ποιότητα του επιστημονικού έργου. Επίσης, θέτει ερωτήματα τα οποία απαντά με πληρότητα, πειστικότητα και υψηλή μεθοδολογική αρτιότητα, με μεστό συνεκτικό κείμενο και ανεπιτήδευτη γλώσσα. Πρόκειται για ένα βιβλίο εύληπτο που μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον τόσο του πεπειραμένου όσο και του αρχάριου αναγνώστη. Μάλιστα έχει την ιδιαίτερη ικανότητα να αναδεικνύει εκείνες τις μικρές ασυνέχειες ή αντιφάσεις που πάντα υπάρχουν στις εννοιολογικές προσεγγίσεις ή και στις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, και έτσι να κατατοπίζει τον αναγνώστη σε βάθος για το θέμα που καταπιάνεται.
Ως προς την πολιτική θέση που εκφράζεται μέσα από το έργο, αυτή τείνει στη σύνθεση φιλελεύθερων και σοσιαλιστικών αξιών, σε μία βάση ρωλσιανής προέλευσης. Ο συγγραφέας, εκκινώντας από το έργο του Rawls, το οποίο θαυμάζει ως μια «ρεαλιστική ουτοπία» (σ. 401), αφενός αναγνωρίζει τα όρια της φιλελεύθερης αντίληψης για την αποτίμηση της αξίας, κατανοώντας τον ρόλο των κοινωνικών καθορισμών στη διαμόρφωσή της, αφετέρου αποδέχεται ότι η πρωτοκαθεδρία της ατομικής ευθύνης αποδομείται όταν αναγνωρίζεται η αξία των κοινωνικών διαδράσεων και επιδράσεων, του πολιτισμικού κεφαλαίου, της ανισότητας των πόρων κ.λπ. (σ. 398), οπότε και επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει την αμιγώς ατομικιστική έννοια της «αξιότητας», φωτίζοντάς την από τις ευρύτερες διανεμητικές αξίες της λειτουργικής αλληλεξάρτησης, της συλλογικοποίησης και της αμοιβαιότητας (σ. 402).
Ετσι, προτείνει την «αξιοκρατία της αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας», η οποία επαναπροσδιορίζει το αγοραίο πρότυπο του αξιοκρατικού ανταγωνισμού και ταυτόχρονα επιβάλλει τη συλλογική εγγύηση της «αξίας», με κριτήρια μεταξύ άλλων τη συνεργατικότητα και την κοινωνική προσφορά (σ. 403). Με αυτό τον τρόπο ο κ. Παπατόλιας πιστεύει ότι η αξιοκρατία μπορεί να καταστεί ένα πραγματικό μέσο μείωσης των ταξικών αποστάσεων και κοινωνικής κινητικότητας, αλλά κυρίως ένας τρόπος προσφοράς στους πολίτες μιας αξιοβίωτης διαδρομής ζωής, αναλόγως των προσωπικών τους επιλογών.
Το βιβλίο του κ. Παπατόλια, εκτός από ιδιαίτερα ενδιαφέρον και κατατοπιστικό για την έννοια της αξιοκρατίας, είναι και ιδιαίτερα χρήσιμο στην παρούσα συγκυρία, γιατί ανοίγει μια συζήτηση που είναι αναγκαία, και σχετίζεται με τον αναστοχασμό και ενδεχομένως τον επαναπροσδιορισμό των αξιών που θέλουμε να προωθήσουμε ως κοινωνία.
*Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης
