ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πρωταγωνίστρια στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’60, πρωτοπόρα στο κίνημα της μόδας που τρέλαινε εκείνη την εποχή την ανέμελη νεολαία, εφευρέτρια του μίνι φορέματος, σχεδιάστρια που καθιέρωσε και αποθέωσε τα σορτσάκια, δημιουργός εξαίσιων ρούχων που «έντυσαν» τις γυναίκες με μια μοναδική για την εποχή αίσθηση ελευθερίας.

Μέρι Κουάντ  εφ’ όλης της ύλης στο V&A

Πάνω απ’ όλα όμως η Μέρι Κουάντ υπήρξε μια μοναδικά επιδραστική περσόνα που αντιμετώπιζε τη μόδα σαν διασκέδαση και ενθάρρυνε τους νέους να ντύνονται για να ευχαριστήσουν τον εαυτό τους και μόνον αυτόν!

Εδώ και λίγο καιρό οι Βρετανοί -με τον μοναδικό τρόπο που ξέρει να στήνει μνημειώδεις εκθέσεις το μουσείο Victoria and Albert τιμούν τη συμπατριώτισσά τους σχεδιάστρια και οι χώροι του μουσείου έχουν γεμίσει με την παιχνιδιάρικη, ελεύθερη, πολύχρωμη, λουλουδένια διάθεση που σκορπούσε γύρω της η Mέρι Κουάντ.

«Εστιάζουμε στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο εκείνης της εποχής», λέει η Στέφανι Γουντ, συνεπιμελήτρια της έκθεσης. «Η Κουάντ άνοιξε το πρώτο της κατάστημα λίγο καιρό μετά τη λήξη του Πολέμου και κατά κάποιον τρόπο τα παιχνιδιάρικα και πολύχρωμα σχέδιά της ήταν μια αντίδραση ενάντια στη λιτότητα και τη μουντάδα και θλίψη του μεταπολεμικού Λονδίνου… Χρησιμοποίησε τα ρούχα για να δείξει ότι η αλλαγή έρχεται, ότι η μόδα ήταν πια και έκφραση ατομικότητας».

Οπως άλλωστε είχε γράψει πολύ νωρίτερα η «influencer» της εποχής Eρνεστιν Κάρτερ (έγκυρη δημοσιογράφος μόδας των δεκαετιών του ’50 και του ’60) «ελάχιστοι είχαν την τύχη να γεννηθούν στη σωστή στιγμή, στο σωστό μέρος, με τα σωστά ταλέντα. Αυτή τη στιγμή στη μόδα έχουμε τρεις: τη Σανέλ, τον Ντιόρ και τη Μέρι Κουάντ».

Καταλάβαινε άραγε η ίδια τότε πόσο σπουδαία σύμμαχο είχαν βρει στο πρόσωπό της οι Βρετανίδες; Αν κρίνουμε από το πόσο επιμένει και υπερασπίζεται την αρχική της γραμμή, μάλλον είχε -και έχει- απόλυτη επίγνωση. «Μου άρεσε πολύ να φοράω ρούχα που σχεδίασα για τους φίλους και τον εαυτό μου», είπε πρόσφατα στην Guardian η Ντέιμ Μέρι Κουάντ (ο τίτλος τής απονεμήθηκε τον Δεκέμβριο του 2014) που οσονούπω συμπληρώνει τα 90 της χρόνια αλλά επιμένει να κρατά στην εντέλεια το γνώριμο καρέ με τις αφέλειες.

«Αντανακλούσαν την αίσθηση ελευθερίας που νιώθαμε εκείνη την εποχή -οι μικρότερες φούστες μάς επέτρεπαν να κινούμαστε άνετα, να τρέχουμε, να πηδάμε, να διασκεδάζουμε. Καθώς βαριέμαι γρήγορα, πάντα αναζητούσα φρέσκες εμπνεύσεις. Οταν διαπίστωνα ότι λειτουργούσαν σε μένα, τότε θα λειτουργούσαν και σε όσους απολάμβαναν το στιλ, τα τρελά αξεσουάρ και τα καλλυντικά». Η έκθεση είναι χωρισμένη σε δύο ορόφους.

Ο ένας είναι διαμορφωμένος σαν να βλέπεις μια σειρά από βιτρίνες γεμάτες με δημιουργίες της, ενώ στον άλλο δεσπόζουν τα πέντε πέταλα του διάσημου λογότυπού της (μαργαρίτα) και τα εκθέματα διερευνούν την κληρονομιά που άφησε στη μόδα, το αποτύπωμά της σε εσώρουχα, καλλυντικά, έπιπλα σπιτιού, κούκλες, τις πρωτοποριακές τεχνικές διαφήμισης που ακολουθούσε και κυρίως την ικανότητά της να αμφισβητεί κλισέ και ταμπέλες που ήθελαν τα ρούχα χωρισμένα ανά φύλο.

«Νομίζω ότι οι επισκέπτες θα εκπλαγούν διαπιστώνοντας ότι τα παντελόνια αποτελούν τόσο μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της», λέει η Στέφανι Γουντ. «Η Κουάντ ήταν από εκείνους που επέμειναν ότι τα παντελόνια είναι ένα σέξι, μοντέρνο, γυναικείο ρούχο σε μια εποχή που οι γυναίκες τα φορούσαν μόνο στο σπίτι».

Γεννημένη στις 11 Φεβρουαρίου 1930 στο Λονδίνο από Ουαλούς εκπαιδευτικούς, η Κουάντ φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Κολεγίου Γκόλντσμιθς (1950-1953) και έπειτα έμαθε κοπτική και ραπτική σε νυχτερινό σχολείο. Το 1955 εργάστηκε για μερικούς μήνες σε ένα λονδρέζικο μαγαζί με καπέλα και στα τέλη του ίδιου χρόνου άνοιξε με τον μετέπειτα σύζυγό της, Αλεξάντερ Πλάνκετ Γκριν, κατάστημα με την ονομασία «Bazaar» στην King’s Road στο Τσέλσι.

Αρχικά πουλούσε νεανικά ρούχα άλλων δημιουργών, αλλά δειλά δειλά ξεκίνησε να σχεδιάζει τα δικά της τα οποία γρήγορα έγιναν περιζήτητα, με πρώτα και καλύτερα τα μίνι φορέματα. Το 1966 παρουσίασε την πρώτη σειρά καλλυντικών της και σύντομα κατέκτησε τις αγορές σε ΗΠΑ και Ιαπωνία.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’70 και του ’80 επικεντρώθηκε στα προϊόντα οικιακής κατανάλωσης και τα καλλυντικά. Από το 1990 που χήρεψε επιμένει να ζει στην εξοχική της κατοικία στην επαρχία του Σάρεϊ.