ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αποστολή στο 72ο Φεστιβάλ Κανών

Μια φορά κι έναν καιρό ο Κουέντιν Ταραντίνο έκανε τη 10η ταινία του. Η οποία είχε δηλώσει παλιότερα ότι θα ήταν η τελευταία. Ελπίζουμε πως όχι: το «Once Upon a Time… in Hollywood» είναι η πανέμορφη, πανέξυπνη, σινεφιλική και εγκεφαλική απόδειξη ότι ο Ταραντίνο όχι απλώς έχει ωριμάσει (αν κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο), αλλά κι ότι ενσαρκώνει την κινηματογραφική ιδιοφυΐα της εποχής μας.

Η ταινία του είχε ανάμεικτες αντιδράσεις –εμείς ανήκουμε σ’ εκείνους που τη θαύμασαν και που μέρα με τη μέρα την εκτιμούν κι αγαπούν ακόμα περισσότερο. Μια ιστορία που εκτυλίσσεται στο Χόλιγουντ του 1969, ιστορικά του πολέμου του Βιετνάμ, της αποκαθήλωσης των χίπιδων, της δολοφονίας της Σάρον Τέιτ από τους ακόλουθους του Τσαρλς Μάνσον, διατυπώνεται μέσω της σχέσης και των περιπετειών δυο φίλων: του ανασφαλούς σταρ του σινεμά και της τηλεόρασης Ρικ Ντάλτον, που υποδύεται ο Λεονάρντο ντι Κάπριο, και του κατασταλαγμένου, cool κασκαντέρ του Κλιφ Μπουθ, που υποδύεται ο Μπραντ Πιτ.

Το φιλμ εμπεριέχει όλα τα χαρακτηριστικά του σινεμά του Ταραντίνο. Συναρπαστικό σάουντρακ, εκπληκτική, ζεστή φωτογραφία, κάδρα στοιχισμένα ώστε το καθένα τους ν’ αποτελεί ένα πολυδιάστατο αριστούργημα, μια γεμάτη αγάπη αναφορικότητα προς το entertainment, χιούμορ και αισθησιασμό. Περισσότερο απ’ αυτά, όμως -και χωρίς ν’ αποκαλύπτουμε το σκεπτικό της ταινίας, μια και ο δημιουργός της το ζήτησε- είναι μια conceptual διατριβή στην ουσία του θεάματος, στο πώς ακόμα η επιφάνεια παραμένει λαμπερή, όταν από κάτω πλημμυρίζει το σκοτάδι.

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την ταινία, ο Κουέντιν Ταραντίνο δεν ήταν καλόκεφος, ούτε ιδιαίτερα ομιλητικός. Ισως επειδή αυτό είναι όντως ένα πολύ προσωπικό φιλμ κι αισθάνθηκε πιο εκτεθειμένος ή ευάλωτος, ίσως απλώς επειδή κοιμήθηκε στραβά. Κι έτσι τον διάλογο με τους δημοσιογράφους ανέλαβαν κυρίως οι δύο πρωταγωνιστές του, ο Μπραντ Πιτ κι ο Λεονάρντο ντι Κάπριο, οι οποίοι έκοψαν τις ανάσες. Δύο από τους μεγαλύτερους σταρ της εποχής μαζί, περνώντας καλά μεταξύ τους, άνετοι, εκτυφλωτικά όμορφοι, είχαν τον απόλυτο έλεγχο της δημοσιότητάς τους.

Εξήγησε με σοβαρότητα και γλυκύτητα ο Μπραντ Πιτ: «Εγώ είδα τους χαρακτήρες του Ρικ και του Κλιφ σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από την αρχή που διάβασα το σενάριο ήταν για μένα το ίδιο άτομο. Απλώς με άλλη οπτική για τη ζωή και την καριέρα τους. Ο Ρικ βρίσκεται στο στάδιο που είσαι ακόμα αβέβαιος, που έχεις μεγάλες προσδοκίες, οπότε και μεγάλες ανασφάλειες. Πιστεύει (με έναν αστείο τρόπο) ότι όλα πάνε χάλια, η ζωή είναι εναντίον του. Και μετά βλέπεις τον Κλιφ.

Εχει ξεπεράσει αυτό το στάδιο. Εχει αποδεχτεί πού στέκεται στη βιομηχανία και τη ζωή κι έχει κάνει το καλύτερο που μπορεί. Αυτό είναι για μένα το κλειδί –εντός κι εκτός οθόνης. Η αποδοχή. Αποδοχή τού ποιος είσαι, πού μπορείς να φτάσεις και τι σου σερβίρει η ζωή καθημερινά. Αποδοχή».

Για να συμπληρώσει ο Λεονάρντι ντι Κάπριο: «Νομίζω ότι ήταν σοκαριστικό το πόσο απλό κι εύκολο ήταν να συνεργαστούμε με τον Μπραντ. Αλλά δεν είναι και τόσο παράξενο. Είμαστε πάνω κάτω η ίδια γενιά. Ξεκινήσαμε σχεδόν ταυτόχρονα τις καριέρες μας, έχουμε κοινή πορεία και αναφορές. Ο Μπραντ δεν είναι μόνο καταπληκτικός ηθοποιός και πολύ άνετος άνθρωπος. Είναι και υπέροχος επαγγελματίας. Πραγματικά δεν θα μπορούσε να γίνει ωραιότερη αυτή η συνεργασία. Και νομίζω ότι μαζί καταφέραμε να δημιουργήσουμε κάτι πολύ όμορφο –ένα κινηματογραφικό πρωταγωνιστικό δίδυμο που φιλοδοξούμε να μείνει στην Ιστορία».

Οταν ο Κουέντιν Ταραντίνο ρωτήθηκε γιατί παρουσιάζει τη Σάρον Τέιτ της ταινίας σχεδόν χωρίς διάλογο, χωρίς πολύ λόγο και άρα ουσία, ο σκηνοθέτης απάντησε μονολεκτικά και εκνευρισμένα –όχι για λόγους… σεξισμού όπως ο Τύπος βιάστηκε να σχολιάσει. Αλλά, θεωρούμε, επειδή στην ταινία η Τέιτ είναι ξεκάθαρα ένα έμβλημα, ένα σύμβολο της αμερικανικής αθωότητας και η ερωτούσα μάλλον δεν το έπιασε. Η υπέροχη, δροσερή Μάργκο Ρόμπι, που την υποδύεται, απάντησε εξαιρετικά στη θέση του: «Πιστεύω ότι ο ρόλος μας ως ηθοποιών είναι να βρούμε πώς ο κάθε χαρακτήρας εξυπηρετεί την ιστορία. Αυτό που θέλει να πει ο σκηνοθέτης. Εδώ ο Κουέντιν ήθελε να δείξει ότι η Σάρον ήταν η αθωότητα, η λάμψη, ο θρύλος των ‘60ς. Για αυτό κι εγώ την είδα σαν ηλιαχτίδα. Ολοι έλεγαν ότι αυτό το κορίτσι ήταν το ίδιο το φως. Δεν πιστεύω ότι χρειαζόταν διάλογος για να δικαιώσω τον ρόλο. Προσπάθησα να δείξω τη λάμψη, τη γλυκύτητα και τη χαρά της, χωρίς να χρειαστώ σελίδες διαλόγων. Και νομίζω ότι την έδειξα…»

Δίπλα στους Αμερικανούς σταρ, δύο ήταν οι κυρίες που συνάρπασαν το κόκκινο χαλί αυτές τις μέρες και ήταν και οι δύο απολύτως Γαλλίδες. Η Μαριόν Κοτιγιάρ, πηγαίνοντας στη μεσημεριανή επίσημη πρεμιέρα τού «Matthias et Maxime» του Ξαβιέ Ντολάν, εμφανίστηκε μ’ ένα σύνολο του Balmain: σορτσάκι, crop top, πανωφόρι τζιν ξεφτισμένο με δράκο και peep toe μποτίνια. Αποτέλεσμα, όχι μόνο τα φλας των φωτογράφων να πάθουν παροξυσμό, αλλά και η σταθερά συντηρητική εθιμοτυπία του φεστιβάλ ν’ αποδεχτεί πια την εμφάνιση μιας όμορφης κοιλίτσας στο κόκκινο χαλί. Από την άλλη πλευρά, η (σύντροφος Τζέιμς Μποντ, μην ξεχνάμε) Λεά Σεντού, πρωταγωνίστρια του «Ρουμπέ, ένα φως» του Αρνό Ντεπλεσέν, φώτισε το κόκκινο χαλί, φορώντας όχι τουαλέτα, αλλά παντελόνι σιγκαρέτ και μπουστάκι σε look της δεκαετίας του ’50, καθώς και με το ολόδικό της σαγηνευτικό βλέμμα.