Περιχαρής ανέβαινε τα σκαλοπάτια
μήπως και την εικόνα του ανταμώσει
Θελγόταν ο νους της
από την εικόνα του
Σε εικονολάτρη μεταβαλλόταν
«Συνάντηση», Αιμιλία Παπαγεωργαντά
Το πολιτικό ερώτημα δεν είναι ποιος θεωρείται ο χειρότερος για να κυβερνήσει τη χώρα, αλλά ποιον κρίνουμε ως τον (συγκριτικά) καλύτερο. Και, κυρίως, με ποια κριτήρια. Θέλω να πιστεύω ότι οι Ελληνες έχουν περάσει (και πληρώσει) τη φάση της αναζήτησης ενός Μεσσία ή της επίκλησης ex machina θαυμάτων ή της δικαίωσης αυτοεκπληρούμενων ιδεολογημάτων. «Διάβολοι, προδότες και αρχάγγελοι της κάθαρσης» έχουν έλθει και παρέλθει, αφήνοντας πίσω τους περισσότερη βία και νοθεία παρά ηθική και ευθύνη.
Επειδή όμως δεν μπορεί όλοι οι πολιτικοί ηγέτες να είναι αποκλίνοντες, θα επιχειρήσω, αποφεύγοντας τόσο τα ωσαννά όσο και τις κατάρες, να δώσω μία πιθανή απάντηση στην παρακμή, στη βάση της συμπαιγνίας πολιτικού συστήματος και πολιτών με κοινή αναφορά στον αμοιβαίου ενδιαφέροντος (και οφέλους) λαϊκισμό.
Εχουμε και λέμε:
● Ο λαϊκισμός, ως ιδεολογία, λειτουργεί με βάση κάθετες διακρίσεις, π.χ. μάζες / ελίτ, αλλά εσχάτως πήρε και άλλη διάσταση, διακινεί κι άλλο αφήγημα: προδομένος λαός / διεφθαρμένοι ηγέτες.
● Ο λαϊκισμός θυσιάζει τα ατομικά δικαιώματα στο όνομα των συμφερόντων/ιδεολογημάτων των οργανωμένων ομάδων και καταλήγει σε «κυνήγι μαγισσών».
● Ο λαϊκισμός δεν αγαπάει ούτε σέβεται τους δημοκρατικούς θεσμούς και τους αντικαθιστά με ιαχές πλατείας ή με ρηχές αναφορές τσιτάτων ή με ψευδο-ηθικοποίηση της πολιτικής.
● Ο λαϊκισμός δεν καλλιεργεί την αλήθεια, κατασκευάζει δικές του πραγματικότητες (με τον ίδιο τρόπο που διαχέει ψέματα και ψευδαισθήσεις) και αρέσκεται σε βολικούς μύθους, σε συλλογικό ναρκισσισμό και στην πολιτική δημαγωγία, η οποία λειτουργεί οριζοντίως (μέσω συναισθημάτων, συνθημάτων) και όχι διά των, κοινά αποδεκτών, λογικών επιχειρημάτων.
● Ο λαϊκισμός τάζει εκμαυλιστικά και διατάζει φοβικοεκβιαστικά, διαχωρίζει/διχάζει, χρησιμοποιεί την «προληπτική νόμιμη(;) άμυνα» (χτυπάει πρώτος ενόψει κατασκευασμένων κινδύνων από φαντασιακούς εχθρούς).
● Ο λαϊκισμός είναι, συνεπώς, ανορθολογικός και με βάση επικοινωνισμούς σκοπιμοτήτων (επενδεδυμένους με ιδεοληψίες) και δικαστικούς αταβισμούς, δηλητηριάζει το πολιτικοκοινωνικό κλίμα.
● Ο λαϊκισμός διακρίνεται για τον μιθριδατισμό των υποστηρικτών του, τον κυνισμό της τακτικής του, την ιστορική αφέλεια των υποστηρικτών του και τον καιροσκοπισμό των συμμαχιών του, με αποτέλεσμα να καλλιεργούνται στη χώρα και στον λαό εθνικές αυταπάτες.
● Ο λαϊκισμός δεν είναι η αιτία αλλά το σύμπτωμα της κρίσης της δημοκρατίας.
● Ο λαϊκισμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με λαϊκισμό, ούτε με αντιλαϊκή διαχείριση, αλλά με συναινετική πολιτική διακυβέρνηση.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, ποια θα ήταν η ορθή αντίδραση μιας ώριμης Δημοκρατίας και μιας συνειδητοποιημένης κοινωνίας πολιτών;
Κατά τη γνώμη μου επιβάλλεται:
● Εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δημοκρατία (όχι στην αποχή ή στις αφοριστικές γενικεύσεις ως προς τις παθογένειες του πολιτεύματος).
● Απόρριψη μανιχαϊστικών σχημάτων (παλιό/νέο, γηγενείς/ξένοι κ.λπ.)
● Μη ένταξη της ιστορικής μνήμης σε συγκρουσιακό πλαίσιο και σε εκδικητική προοπτική.
Και όμως, το ελληνικό παράδοξο συνίσταται στο ότι ενώ βρισκόμαστε ενώπιον μιας Δημοκρατίας υπό συνεχή διαπραγμάτευση (κυρίως με τους εχθρούς της), αρνούμαστε να συμφωνήσουμε για αρχές και διαδικασίες σχετικές με τα όρια και τους κανόνες της εύρυθμης λειτουργίας της.
Δεν νοείται, όμως, Δημοκρατία: χωρίς δημοκράτες πολίτες, μόνο για τους «ημέτερους», δίχως έλεγχο και λογοδοσία, χωρίς κοινωνία πολιτών, χωρίς κοινωνικό συμβόλαιο, χωρίς πολιτική ευθύνη. Και βέβαια, δίχως πολιτική ηθική. Τόσο απλά και τόσο καθαρά.
Εντούτοις μέρος του λαού, ορισμένοι λαϊκοί ηγέτες και η κακή παράδοση μιας χρήσιμης ψηφοθηρικά λαϊκιστικής διακυβέρνησης προτιμούν την πελατειακή, αναξιοκρατική και αδιαφανή πολιτική σχέση, καλλιεργώντας και ενθαρρύνοντας αυτό που καταγγέλλουν (συνήθως όταν το σύστημα δεν λειτουργεί υπέρ τους). Κατά τη γνώμη μου, δεν νοείται πολιτικός αριστερός λαϊκισμός, ούτε κοινωνικός δημοκρατικός λαϊκισμός.
Στις εκλογές που έρχονται (αυτοδιοικητικές, ευρωεκλογές και βουλευτικές), ανεξάρτητα από το κόμμα που θα ψηφίσει ο καθένας, οφείλουμε άπαντες να απαντήσουμε σ’ ένα καίριο ερώτημα: Είμαστε με τους χειρότερους «φίλους μας» ή με τους καλύτερους «μη φίλους μας»; Ας αρνηθούμε τα συνθήματα. Ουδείς καπηλεύεται την Ιστορία. Την αφέλεια και τη συνενοχή μας χρησιμοποιούν οι περισσότεροι «δι’ ίδιον όφελος» (αλλοιώνοντας και παραποιώντας νοήματα και λέξεις). Αρα, το ερώτημα δεν είναι μόνο «με ποιον είμαστε», αλλά κυρίως «γιατί είμαστε με αυτόν».
ΥΓ. «Μην ψάχνετε αλλού. Εγώ είμαι η απόδειξη. Τα μαρτυρώ όλα. Οι τσέπες μου γεμάτες σημειώματα με τα αιτήματά σας. Σε λίγο ξεχνώ ποιο όνομα αντιστοιχεί σε ποιο σημείωμα» (Κ. Καλαπανίδας, «Αντίστιξη»).
* πρώην υπουργός
