Πήρα το θάρρος να γράψω δυο λόγια για το αγαπημένο μου σκυλί, τη Λίζα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και αγάπης για τα 17 χρόνια που μοιραστήκαμε μαζί. Το 2012 αποτέλεσε την έμπνευσή μου για να αρχίσω να γράφω παιδικά παραμύθια με ηρωίδα την ίδια.
Μπορεί να ήταν σκυλί, αλλά τη νιώθαμε σαν μέρος της οικογένειάς μας και εκείνη από την πλευρά της έκανε τα πάντα για να μας αποδείξει την αγάπη της και την αφοσίωσή της.
Δυστυχώς, από πέρσι έχει φύγει από τη ζωή μου και σταδιακά ο πόνος έδωσε τη θέση του σε μια γλυκιά ανάμνηση.
Ηταν Οκτώβριος του 2000. Τη βρήκα κουταβάκι έξω από το πατρικό μου. Ηταν μικρή όσο η παλάμη μου και πολύ φοβισμένη.
Το πρώτο βράδυ δεν κουνήθηκε καθόλου από το σημείο που την άφησα. Σιγά σιγά από την επόμενη μέρα άρχισε να ξεθαρρεύει και να μου δείχνει εμπιστοσύνη.
Οταν την έπαιρνα αγκαλιά, έβαζε τη μουσούδα της κάτω από τον ώμο μου – κίνηση που αποδεικνύει ότι έψαχνε την προστασία της μητέρας της. Μας αγάπησε όλους μέσα στο σπίτι, αλλά η αδυναμία της ήμουν εγώ.
Τα χρόνια πέρασαν, οι γονείς μου πέθαναν αλλά η Λίζα ήταν πάντα μαζί μου. Οταν έφυγα από το πατρικό με τον αδελφό μου, την πήραμε μαζί στο νέο μας σπίτι.
Στην αρχή ο αδελφός μου δεν την άφηνε να μπαίνει στο δωμάτιό του και αυτή κοιμόταν στον διάδρομο για να έχει τον νου της και στους δυο μας.
Ενα βράδυ πλησίασε στο κρεβάτι μου και με σκούντηξε για να ξυπνήσω, κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ο αδελφός μου ήταν στο μπάνιο. Τον ρώτησα εάν είναι καλά και μου απάντησε ότι τον πονούσε απλά το στομάχι του.
Συνέχισα να κοιμάμαι και να μη δίνω σημασία στα σκουντήματά της. Την άλλη μέρα έμαθα από τον αδελφό μου ότι τον περίμενε έξω από το μπάνιο και ότι όλο το βράδυ έμεινε δίπλα στο κρεβάτι του. Από εκείνη τη μέρα κέρδισε το δικαίωμα να βρίσκεται στο δωμάτιό του.
Θα μπορούσα να γράψω πολλά για τη Λίζα, όπως κάθε ιδιοκτήτης για το σκυλί του, για πράγματα που έκανε σε καθημερινή βάση, αλλά αναφέρω τα πιο σημαντικά.
Κάθε πρωί στο τέλος της βόλτας μας έμπαινε πάντα στο φαρμακείο της γωνίας και μόλις η φαρμακοποιός τής έλεγε «καλημέρα», έφευγε για να μπει στο κατάστημα που ήταν κάτω από το σπίτι μας. Εκεί πάντα την περίμενε και μια λιχουδιά. Παρ’ όλο που σαν σκυλί ήταν λιχούδα, δεν έτρωγε από όλους.
Ενας γείτονας μας περίμενε καμιά φορά όταν γυρνάγαμε από τη βόλτα για να της δώσει μπισκοτάκι. Το έφτυνε και τον κοίταγε στα μάτια. «Δεν με χωνεύει το σκυλί σου», έλεγε.
Προσπάθησε πολλές μέρες μπας και τον συμπαθήσει, όπως έλεγε. Η ίδια αντιμετώπιση από τη Λίζα κάθε φορά. Δεν μπορούσα να εξηγήσω το γιατί. Την αγαπούσαν από τη γειτονιά.
Πολλές φορές με ρωτούσαν τι κάνει το κορίτσι μας και όταν τους απαντούσα «είμαι καλά», μου έλεγαν: «Δεν ρωτάμε για σένα, αλλά για τη Λίζα».
Εκείνο το πρωί, 23 Οκτωβρίου 2017, όλα έδειχναν φυσιολογικά. Βγήκαμε βόλτα και έδειχνε πολύ χαρούμενη και ζωντανή παρ’ όλο που το τελευταίο διάστημα η αρθρίτιδα είχε αδυνατίσει τα πίσω πόδια της και δεν μπορούσε να σηκωθεί μόνη της.
Οταν σηκωνόταν, όμως, περπατούσε μια χαρά. Την άφησα στο σπίτι και πήγα στη δουλειά μου. Δεν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μας βόλτα.
Οταν γύρισα το μεσημέρι την είδα να κοιμάται. Με κοίταξε και σκέφτηκα ότι βαριέται να σηκωθεί για βόλτα. Δεν πειράζει, θα πάμε αργότερα, είπα από μέσα μου. Κάποια στιγμή την άκουσα να ανασαίνει γρήγορα σαν να κλαίει.
Μόλις την πλησίασα κατάλαβα ότι δεν ήταν καλά. Πλησίασε τη μουσούδα της στο χέρι μου να με μυρίσει για τελευταία φορά, με κοίταξε και έφυγε… Δεν ξέρω πόση ώρα ήταν πεσμένη εκεί.
Ξέρω όμως ότι με περίμενε για να με αποχαιρετήσει. Δεν είχε τη δύναμη ούτε να γαβγίσει, όταν έφτασα στο σπίτι.
Το βράδυ βγήκα και πήγα μόνη μου τη διαδρομή που κάναμε κάθε βράδυ μαζί. Ισως για να καταφέρω να απαλύνω τον πόνο που ένιωθα, μάταια όμως…
Γράφε ό,τι θέλεις, καλή μας Αλλοπάρ

«Εύχομαι να είστε καλά. Τα σκυλάκια σας, τα γατάκια σας και γενικά όλη η οικογένειά σας. Το ξέρετε ότι σας διαβάζω από τα χρόνια της “Ελευθεροτυπίας”. Βρήκα λύσεις για το παιδάκι μου πολλές φορές.
Σας γράφω για να σας πω πως διαβάζω ό,τι γράφει το Αλλοπαράκι σας με πολλή χαρά! Και τα γλωσσικά και τα πολιτικά και ζωικά…
Διότι αν το Αλλοπαράκι δεν έχει άποψη, ποιος θα έχει;
Ποιος καταλαβαίνει καλύτερα τη γλώσσα όσων ουρλιάζουν στην πολιτική σκηνή; Ποιος;
Γι’ αυτό μη δίνετε σημασία στο κακόβουλο πλάσμα εκείνο, που είπε κακές κουβέντες θέλοντας να πικράνει το Αλλοπαράκι.
Και να ρίξει κάτω τα αυτάκια του! “Αλλοπαράκι μου, να γράφεις, ό,τι γουστάρεις. Εμείς σε θαυμάζουμε και σ’ αγαπάμε”.
Αυτό να του πείτε. Από μένα και τον Μπούμπη μου.
Α! Και την Πορτοκαλιά!
Σας χαιρετούμε. Καλή συνέχεια σε ό,τι κάνετε».
