Παροχές 5,5 δισ. ευρώ έως το 2022 προβλέπει το Πρόγραμμα Σταθερότητας που εστάλη για έγκριση στις Βρυξέλλες και με το οποίο σηματοδοτείται η πλήρης επιστροφή στην κανονικότητα.
Στο Πρόγραμμα η κυβέρνηση ξεδιπλώνει τη δημοσιονομική πολιτική της επόμενης τετραετίας ενημερώνοντας τους θεσμούς για τα πακέτα των θετικών μέτρων που θα εφαρμοστούν, αρχής γενομένης από φέτος.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών, η Ελλάδα αναμένεται να συνεχίσει την υπερ-παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων.
Για το 2019 ο πήχης τοποθετείται στο 4,1% του ΑΕΠ (σε όρους ενισχυμένης εποπτείας) και για το 2020 στο 3,9% του ΑΕΠ. Το 2021 και το 2022 οι στόχοι «ψηλώνουν» στο 4,2% του ΑΕΠ και 4,6% του ΑΕΠ αντίστοιχα.
Με δεδομένη την υποχρέωση για πρωτογενές αποτέλεσμα 3,5% του ΑΕΠ, που απορρέει από το πρόγραμμα ενισχυμένης εποπτείας, η επίτευξη αυτών των προβλέψεων δίνει τη δυνατότητα για διευρυμένες «διορθωτικές» κινήσεις στο μέτωπο των φόρων.
Σε ειδικό πίνακα του Προγράμματος καταγράφεται η πρόθεση του οικονομικού επιτελείου να μειώσει τα φορολογικά βάρη σε εισόδημα και περιουσία τα οποία αυξήθηκαν κατακόρυφα στα χρόνια των μνημονίων.
Οι εκτιμήσεις για τον δημοσιονομικό χώρο που θα δημιουργηθεί με βάση τις τρέχουσες τιμές του ΑΕΠ ώς το 2022 έχουν ως εξής:
◼ 0,6% του ΑΕΠ για το 2019 ή 1,14 δισ. ευρώ
◼ 0,4% του ΑΕΠ το 2020 ή 800 εκατ. ευρώ
◼ 0,6% το 2021 ή 1,22 δισ. ευρώ
◼ 1,1% το 2022 ή 2,33 δισ. ευρώ.
Αθροιστικά, δηλαδή, την τετραετία 2019-2022 το υπουργείο Οικονομικών βλέπει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο ύψους 2,7% του ΑΕΠ ή περίπου 5,5 δισ. ευρώ, ενώ όπως τονίζεται στο πρόγραμμα μέρος του υπερ-πλεονάσματος θα διατεθεί για ελαφρύνσεις στα στρώματα του πληθυσμού που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση.
Ειδικά για φέτος, η κυβέρνηση σχεδιάζει να κινηθεί σε δυο παράλληλα μέτωπα παροχών, τόσο με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα, όπου στο τραπέζι έχουν πέσει διάφορες προτάσεις, μεταξύ των οποίων είναι αυτές για ελαφρύνσεις στον ΦΠΑ με μετατάξεις προϊόντων από τον υψηλό 24% στον χαμηλό συντελεστή 13% του φόρου, μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολογίας εισοδήματος από το 22% στο 20%, όσο και με νέες διορθωτικές κινήσεις στον ΕΝΦΙΑ.
Στο οικονομικό επιτελείο μελετούν ακόμη επαναφορά της έκπτωσης του 1,5% στην περίπτωση της εφάπαξ εξόφλησης του φόρου προκειμένου να επιβραβευτούν με αυτόν τον τρόπο οι συνεπείς φορολογούμενοι. Το μέτρο ίσχυε μέχρι το 2015.
Στο μέτωπο των προσωρινών μέτρων αυτό που εξετάζεται είναι το ενδεχόμενο καταβολής ενός νέου επιδόματος σε συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους με τη μορφή «13ης σύνταξης» ή «13ου μισθού».
Το νέο πακέτο των παροχών θα συζητηθεί με τους επικεφαλής των δανειστών, οι οποίοι 6, 7 και 8 Μαΐου θα βρίσκονται στην Αθήνα για την επίσημη εκκίνηση της 3ης αξιολόγησης.
Αλλα ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικονομία που προκύπτουν από το Πρόγραμμα Σταθερότητας είναι τα εξής:
● Στο 2,3% χαμηλώνει ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2019 και στο 2% για το 2020.
● Οι εισπράξεις από τη φορολογία εισοδήματος και ακινήτων θα είναι λιγότερες εξαιτίας των θετικών παρεμβάσεων που δρομολογούνται. Φέτος από το 9,7% του ΑΕΠ υπολογίζονται στο 9,6% του ΑΕΠ για να υποχωρήσουν στο 9,4% του ΑΕΠ το 2020 και το 2021. Το 2022 υπολογίζονται σε 9,5% του ΑΕΠ.
● Τα κρατικά κονδύλια για Υγεία και Παιδεία θα υποστούν «κούρεμα». Συγκεκριμένα οι δαπάνες για την Υγεία από 5,2% του ΑΕΠ το 2017 σε 4,7% του ΑΕΠ το 2022 και για την Παιδεία από 3,9% του ΑΕΠ το 2017 σε 3,5% του ΑΕΠ το 2022.
● Οι επενδύσεις θα ενισχυθούν τα επόμενα χρόνια. Από 3,9% φέτος θα ανέλθουν σε 12,9% το 2020, 8% το 2021 και 7,9% το 2022.
● Οι εξαγωγές θα κατεβάσουν ταχύτητα. Από 5,8% για φέτος, θα υποχωρήσουν στο 5,4% για το 2020, στο 3,8% το 2021 και στο 3,3% το 2022.
Δημοσιονομικό Συμβούλιο
Επιφυλάξεις για την πρόβλεψη του υπουργείου Οικονομικών περί αύξησης των επενδύσεων κατά 12,9% το 2020, διατυπώνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στη γνωμοδότησή του για το Πρόγραμμα Σταθερότητας 2019-2022.
Παράλληλα, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι οι κυβερνητικές προβλέψεις για ανάπτυξη 2,3% φέτος (έναντι πρόβλεψης 2,5% στον προϋπολογισμό του 2019) και την προσεχή χρονιά ευθυγραμμίζονται με το ανώτατο όριο προβλέψεών του και «θεωρούνται αισιόδοξες, αλλά επιτεύξιμες υπό ορισμένες συνθήκες», ενώ η μετρίαση της ανάκαμψης μετά το 2020 (προβλέπεται ανάπτυξη 2,1% το 2021 και 2% το 2022) «θεωρείται πιο εύλογη».
