Οτι θα επιτευχθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνηθεί με τους πιστωτές συνεχίζει να εκτιμά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Στην εξαμηνιαία έκθεση του Fiscal Monitor -που παρουσιάστηκε χθες στην Ουάσινγκτον στο πλαίσιο της εαρινής συνόδου ΔΝΤ-Παγκόσμιας Τράπεζας και αφορά τις δημοσιονομικές εξελίξεις- το Ταμείο διατήρησε αμετάβλητες τις προβλέψεις του για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων της Ελλάδας.
Το ΔΝΤ αναμένει συγκεκριμένα ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 θα κλείσει στο 3,8% του ΑΕΠ (πολύ κοντά στο 3,9% που προβλέπει το υπουργείο Οικονομικών) ενώ το 2019 στο 3,5%.
Διατηρεί επίσης την προηγούμενη εκτίμησή του για επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων στο 3,5% του ΑΕΠ ώς το 2022 όπως ορίζει η μεταμνημονιακή δέσμευση της Ελλάδας, ενώ στη συνέχεια αναμένει υποχώρησή τους στο 3% του ΑΕΠ το 2023 και το 2,8% του ΑΕΠ το 2024.
Η εκπλήρωση των δημοσιονομικών στόχων βασίζεται κατά κύριο λόγο στα υψηλά δημόσια έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ που άγγιξαν πέρυσι το 49%.
Το Ταμείο αναμένει σταδιακή αποκλιμάκωση αυτής της αναλογίας στο 47,5% του ΑΕΠ φέτος, 46% του ΑΕΠ το 2020 και 44% του ΑΕΠ το 2024. Ανάλογη αποκλιμάκωση αναμένει και για τις δημόσιες δαπάνες, οι οποίες από 48,6% του ΑΕΠ πέρυσι θα υποχωρήσουν στο 47,7% του ΑΕΠ φέτος, 45,9% το 2020 και 44,7% του ΑΕΠ το 2024.
Οσον αφορά το δημόσιο χρέος, το Ταμείο προβλέπει ότι από 183,3% του ΑΕΠ θα υποχωρήσει στο 174,2% του ΑΕΠ φέτος, 167,3% του ΑΕΠ το 2020, 160,9% το 2021, 153,8% το 2022, 147,3% το 2023 και 143,2% του ΑΕΠ το 2024.
Η διατήρηση των θετικών εκτιμήσεων εκ μέρους του Ταμείου ανοίγει αναμφίβολα τον δρόμο για αποδοχή του αιτήματος της ελληνικής κυβέρνησης για την πρόωρη εξόφληση μέρους των ακριβών δανείων που οφείλει στο ΔΝΤ.
Το αίτημα αναμένεται να θέσει επισήμως στη διάρκεια της συνόδου ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος που αναχωρεί σήμερα για την Ουάσινγκτον.
Κατά τα άλλα, η έκθεση του ΔΝΤ τονίζει ότι οι ανά τον κόσμο δημοσιονομικές πολιτικές -που την τελευταία 10ετία εστίασαν στη μακροοικονομική σταθεροποίηση για την αντιμετώπιση των σοκ που προκάλεσε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση- θα πρέπει στη συνέχεια να δώσουν έμφαση προς δύο κατευθύνσεις:
■ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ για την αντιμετώπιση της επερχόμενης οικονομικής επιβράδυνσης. Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι σε αρκετές χώρες της υφηλίου το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, αγγίζει ιστορικά ρεκόρ, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης είναι ανεπαρκείς ενώ η ανισότητα εκτοξεύεται.
Καθώς η ανάπτυξη επιβραδύνει και η αβεβαιότητα αυξάνεται -τονίζει- η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να προετοιμάζεται για την ενδεχόμενη καθοδική πορεία και εξισορρόπηση των στόχων ανάπτυξης και βιωσιμότητας.
■ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ στις διεθνείς τάσεις. Για την ενθάρρυνση μιας ισχυρότερης οικονομικής ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει, σύμφωνα με το Ταμείο, να προσαρμοστεί στις τάσεις-κλειδί που αλλάζουν σήμερα την παγκόσμια οικονομία, όπως οι δημογραφικές αλλαγές, η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος και η αυξανόμενη οικονομική ολοκλήρωση.
Τέλος, η έκθεση του Ταμείου αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στη διαφθορά –την κατάχρηση δημόσιων υπηρεσιών για ίδιον όφελος- υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων ότι αυτή ενισχύει τη φοροαποφυγή, συμβάλλει στην άδικη κατανομή των φορολογικών υποχρεώσεων και μειώνει τα έσοδα του κράτους και τη δυνατότητα αυτού να ασκεί κοινωνική πολιτική.
Η έκθεση αποκαλύπτει ότι οι χώρες που εμφανίζουν μικρότερη διαφθορά έχουν υψηλότερα δημόσια έσοδα έως και στο 4% του ΑΕΠ τους σε σχέση με αυτές που παρουσιάζουν υψηλότερο βαθμό διαφθοράς.
Επίσης ότι αν όλες οι χώρες της υφηλίου είχαν μειώσει τη διαφθορά ισόποσα, τότε τα παγκόσμια φορολογικά έσοδα θα ήταν σήμερα υψηλότερα κατά 1 τρισεκατομμύριο δολάρια και αυτό θα σήμαινε σημαντικά υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.
