Ψηφίζεται αύριο Τρίτη το σχέδιο νόμου για την ίδρυση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας που θα αποτελέσει σημαντικό μοχλό δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης και πυλώνα δημιουργίας νέου παραγωγικού μοντέλου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση και υλοποίηση σύνθετων αναπτυξιακών προγραμμάτων με τη συνεργασία του κράτους, του ιδιωτικού τομέα και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η Αναπτυξιακή Τράπεζα έρχεται να καλύψει την ανάγκη πρόσβασης σε χρηματοδότηση, μια από τις πλέον κρίσιμες προϋποθέσεις επίτευξης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης τη στιγμή που, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, η χρηματοπιστωτική κρίση της τελευταίας δεκαετίας επηρέασε καταλυτικά τη δανειοδοτική ικανότητα των τραπεζών και ελαχιστοποίησε τις δυνατότητες του φτηνού δανεισμού στις εγχώριες επιχειρήσεις και «υπό αυτές τις συνθήκες το κράτος καλείται να επιτελέσει έναν ρόλο θεσμικού επιταχυντή, για να καλύψει την επιτακτική ανάγκη δημιουργίας ευνοϊκών προϋποθέσεων χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας».
Ποια είναι όμως η διαφορά Αναπτυξιακής Τράπεζας και ιδιωτικών τραπεζών;
Οι δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες είναι κατά βάση αναπτυξιακοί φορείς, που συνήθως δεν λαμβάνουν καταθέσεις μετρητών και αποτελούν δανειστές δεύτερης βαθμίδας, δηλαδή έμμεσους δανειστές. Κατά αυτή την έννοια δεν είναι τραπεζικά ιδρύματα με την τυπική έννοια, που έχουν σκοπό τη μεγιστοποίηση των χρηματοοικονομικών αποδόσεων και των κερδών τους και φυσικά εποπτεύονται από την ΤτΕ και την ΕΚΤ.
Σκοπός των εθνικών αναπτυξιακών τραπεζών είναι η μεγιστοποίηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών αποδόσεων κι όχι απλώς των χρηματοοικονομικών αποδόσεων και κερδών τους, όπως συμβαίνει με τις ιδιωτικές τράπεζες.
Για τη χρηματοδότηση ενός έργου μια δημόσια Αναπτυξιακή Τράπεζα (πρέπει να) λαμβάνει υπόψη, εκτός των χρηματοοικονομικών αποδόσεων, τα κοινωνικά οφέλη (social benefits) και τις θετικές εξωτερικότητες που δημιουργεί ένα τέτοιο έργο για την κοινωνία, όπως και τη συνεισφορά του στην οικονομική και κοινωνική βιώσιμη ανάπτυξη, στην αύξηση της απασχόλησης και του προσωπικού εισοδήματος.
Παραγωγικός δανεισμός
Η πραγματοποίηση κερδών αν και δεν είναι ο απώτερος στόχος τέτοιων αναπτυξιακών φορέων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιωσιμότητά τους.
Η δανειοδοτική τους δραστηριότητα διαφέρει από εκείνη των ιδιωτικών τραπεζών. Επικεντρώνονται περισσότερο σε δραστηριότητες παραγωγικού δανεισμού και συνήθως αναλαμβάνουν τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων projects με μεγάλα κοινωνικά οφέλη, όπως projects έρευνας και ανάπτυξης (R&D), υποδομών κ.λπ., που ωστόσο απαιτούν υψηλή χρηματοδότηση κι ενέχουν υψηλότερους κινδύνους.
Ποιες θα είναι οι δράσεις της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας;
Ο συντονισμός όλων των διαθέσιμων εργαλείων και των ενδιαφερόμενων μερών της κοινωνίας –από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα μέχρι τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, τους ακαδημαϊκούς και τους πολίτες–, η συμπληρωματική λειτουργία με τις εμπορικές τράπεζες, η μεταφορά και η εφαρμογή των βέλτιστων διεθνών πρακτικών και η εξασφάλιση πρόσθετης χρηματοδότησης για μεγάλα επενδυτικά σχέδια.
Τα παραπάνω περιγράφουν συνοπτικά τον ρόλο της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και οι βασικότερες δράσεις της θα είναι:
α. Παροχή δανείων και ομοειδών πιστώσεων προς επιχειρήσεις.
β. Παροχή εγγυήσεων, αντεγγυήσεων και επιχορηγήσεων υπέρ επιχειρήσεων.
γ. Σύσταση ή/και συμμετοχή σε σχήματα στήριξης νεοφυών και καινοτόμων επιχειρήσεων, θερμοκοιτίδων επιχειρηματικότητας και φορέων στήριξης της επιχειρηματικότητας.
δ. Συμβουλευτική υποστήριξη σε ιδρύματα και οργανισμούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, παροχή τεχνογνωσίας και εκπαίδευσης σε επιχειρήσεις.
ε. Εκπόνηση μελετών του μακροοικονομικού και μικροοικονομικού περιβάλλοντος της χώρας προς εντοπισμό και αντιμετώπιση της αναποτελεσματικότητας και των αδυναμιών της αγοράς.
στ. Χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων έργων με σημαντικά κοινωνικά οφέλη, όπως έργα που σχετίζονται με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή επάρκεια (με σημαντικές θετικές περιβαλλοντικές εξωτερικότητες για το σύνολο της κοινωνίας).
Μηχανισμός επανεκκίνησης της οικονομίας
Η Ελλάδα δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα με την ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας. Ηδη από τον 19ο αιώνα, υπήρξε ένα κύμα δημιουργίας αναπτυξιακών ιδρυμάτων, κυρίως σε βιομηχανοποιημένες χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Μ. Βρετανία. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ακολούθησε ένα νέο κύμα καθώς οι Εθνικές Αναπτυξιακές Τράπεζες θεωρήθηκαν κατάλληλος μηχανισμός επανεκκίνησης της οικονομίας.
Σήμερα, παρατηρείται και πάλι αυξανόμενη τάση και ο συνολικός αριθμός αναπτυξιακών ιδρυμάτων παγκοσμίως φτάνει και τα 750 αναπτυξιακά ιδρύματα εκ των οποίων 300 βρίσκονται στη Λατινική Αμερική, 200 στην Ασία, 150 στην Αφρική, 100 στη Νότια Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Οσον αφορά τις Αναπτυξιακές Τράπεζες, το 2016 υπήρχαν περισσότερες από 550 παγκοσμίως, εκ των οποίων περίπου 520 ήταν εθνικές (NDBs). Αυτές βρίσκονται σε 185 χώρες, με τις αναπτυσσόμενες χώρες να φιλοξενούν έναν σημαντικότατο αριθμό Εθνικών Αναπτυξιακών Τραπεζών. Πιο συγκεκριμένα, η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική είχαν τον υψηλότερο αριθμό NDBs (152), η Αφρική (147), η Ασία και ο Ειρηνικός (121), η Ευρώπη (49) και η Δυτική Ασία (47).
Σε ό,τι αφορά την Ε.Ε., σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη είχαν ιδρύσει κατά το παρελθόν μια Εθνική Αναπτυξιακή Τράπεζα εκτός της Ελλάδας και της Μάλτας (τελικά ίδρυσε τον Νοέμβριο του 2017), με ό,τι αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει το γεγονός αυτό για την ανάπτυξη των χωρών.
