Ενας ελέφαντας στέκεται ακίνητος ★★★★½☆
(Da xiang xi di er zuo, Κίνα, 2018, 230’)
■ σκηνοθεσία: Χου Μπο
■ ηθοποιοί: Ζανγκ Γου, Πενγκ Γουτσάνγκ, Γουάνγκ Γιουγουέν, Λι Κονγκζ
Αν μπορούσε κανείς να πείσει ευκολότερα τους γύρω του να δουν μια σχεδόν τετράωρη, έντονα θλιμμένη, κινέζικη ταινία, θα ήταν και η ζωή ευκολότερη. Το ντεμπούτο του Χου Μπο, βραβευμένο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα του σινεμά των τελευταίων μπόλικων χρόνων –πόσο κρίμα που δεν θα ξαναδούμε ταινίες του.
Μακριά από την γκρίζα, ξεφτισμένη βιομηχανική πόλη όπου εκτυλίσσεται η ιστορία, σ’ έναν ζωολογικό κήπο στο μογγολικό Μανζούλι, ζει, λένε, ένας ελέφαντας που όλη μέρα κάθεται, ακίνητος: έχει το μαγικό ζώο την αυτοκυριαρχία ώστε να αδιαφορεί για όσα συμβαίνουν γύρω του ή έχει ακινητοποιηθεί από τον τρόμο της ύπαρξής του; Αυτόν τον ελέφαντα θα θελήσουν κάποια στιγμή να πάνε να δουν οι τέσσερις ήρωες της ταινίας, αναζητώντας την υπέρβαση, ή τη διαφυγή, στα σύνορα του ρεαλισμού και της φαντασίας.

Ο Γιου Τσενγκ είναι ένας σαγηνευτικός, σκληροτράχηλος γκάνγκστερ: απογοητευμένος από την ερωτική ζωή του, αποπλανεί τη γυναίκα του κολλητού φίλου του, εκείνος τον βρίσκει στο διαμέρισμά τους κι αυτοκτονεί πέφτοντας από το παράθυρο. Ο Γουέι Μπου, εσωστρεφής μαθητής, αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τον τραμπούκο του σχολείου που τυχαίνει να είναι και ο μικρός αδελφός τού Γιου: η αναμέτρησή τους θα φέρει κατά λάθος το αλάνι κοντά στον θάνατο κι ο Γουέι θα θεωρηθεί υπαίτιος. Το κορίτσι που του αρέσει στην τάξη, η Χουάνγκ Λινγκ, αγωνιά για το πότε θα κυκλοφορήσει στο σχολείο ένα βιντεάκι της σε ιδιαίτερη… εγγύτητα με τον γυμνασιάρχη.
Κι ο Γουανγκ Τζιν, στην τρίτη ηλικία, συντροφιά με το αγαπημένο του σκυλάκι, θ’ ακούσει από τον νεόπλουτο γαμπρό του ότι θα σταλεί στον φρικτότερο οίκο ευγηρίας που πέρασε ποτέ από το σινεμά: το νεότερο ζευγάρι δεν έχει χώρο γι’ αυτόν στη ζωή που θέλει να φτιάξει. Οι τέσσερις ήρωες θα περάσουν μια μέρα στην αφιλόξενη πόλη τους, δεχόμενοι απανωτές αρνήσεις στην προσδοκώμενη σωτηρία τους.
Μαθητής του Μπέλα Ταρ, κινηματογραφικά και θεματικά «συγγενής» του Ζία Ζάνγκε, ο Χου Μπο παίρνει τα καλύτερα κι από τους δυο, τον εικαστικό μινιμαλισμό, την κοινωνικοπολιτική κριτική, τον απολογισμό της ανθρώπινης κατάστασης, και τα μεταμορφώνει σ’ ένα δροσερό ποίημα γραμμένο αχνά με κιμωλία, έτσι ώστε να σβηστούν εύκολα, τόσο εφήμερα, όσο η ανθρώπινη ζωή σήμερα.
Η φωτογραφία του (του επίσης πρωτοεμφανιζόμενου Τσάο Φαν) είναι αποχρωματισμένη, σαν να αποτυπώνει έναν κόσμο στο μεταίχμιο της διαχρονικότητας: η κίνηση της κάμερας είναι αργή, αλλά ολοζώντανη, γεμάτη εσωτερική ενέργεια, με την κάμερα στο χέρι να ανασαίνει δίπλα στα πρόσωπα ή να τα παρακολουθεί καθώς φεύγουν και ξαναφεύγουν. Στα πλάνα του, συνήθως μεσαία, ο κεντρικός ήρωας είναι νετ, το δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο στο βάθος είναι φλου, οι διάλογοι ξετυλίγονται χωρίς οι ήρωες να κοιτάζονται, υπογραμμίζοντας φευγαλέες συναντήσεις, συζητήσεις χωρίς αξία, χωρίς νόημα, μια συμβολική απομόνωση που καταγράφεται, προσεκτικά και συγκεκριμένα, σε κάθε κάδρο.
Την ίδια ώρα η ταινία δεν έχει ίχνος σκόνης, ίχνος επιτήδευσης. Είναι ακόμα και νεανική, με τους τέσσερις ήρωες να θυμίζουν ένα υπαρξιακό κόμικς καθώς ο καθένας με το αξεσουάρ του, ένα σακίδιο, ένα ρόπαλο, ένα φαντεζί μπουφάν, ένα σκυλάκι, αγωνίζονται να σώσουν όχι τον κόσμο γενικώς, αλλά τον δικό τους κόσμο, μέσα σε μια φρικτή πόλη-ανθρωποδιώχτη, γεμάτη καχυποψία και απαξίωση.
Ακόμα κι αν οι τέσσερις ήρωες συνδέονται σεναριακά, αυτή δεν είναι μια σπονδυλωτή ταινία, ένα α λα «Βαβέλ» γοερό δράμα, η σύνδεσή τους είναι σχεδόν «οικογενειακή», διαμορφωμένη από μια ντροπαλή ζεστασιά, μια αγάπη που κρύβεται γιατί ξέρει πως το μόνο που θα δεχτεί είναι χτυπήματα.
Καθώς ο ακίνητος ελέφαντας επιβάλλεται με τη στωικότητα και την παραξενιά του έξω από το κάδρο, η ιστορία ξετυλίγεται με μια σαρωτική μελαγχολία από την οποία τίποτα δεν ξεφεύγει, με μια αποδοχή της απογοήτευσης, του θανάτου που έρχεται συχνά και με αμέτρητες μορφές, σε μια ζωή όπου όλα, μικρά και μεγάλα, πηγαίνουν λάθος. «Κοιτάζεις την απέναντι πλευρά,» λέει σε μια στιγμή της ταινίας ο παππούς Γουάνγκ, «και πιστεύεις ότι εκεί η ζωή είναι καλύτερη. Ομως δεν μπορείς να πας, οπότε μαθαίνεις να ζεις εδώ». Κι όμως, αυτή η βαθιά πεσιμιστική μελαγχολία είναι ταυτόχρονα υπνωτιστική, μαγευτική, δεν είναι μαύρη, έχει χρώματα παστέλ. Είναι μια σε βάθος εξερεύνηση της σύγχρονης Κίνας, του σύγχρονου κόσμου, αλλά δοσμένη με γλυκύτητα και ανθρωπιά, ένα μοίρασμα της θλίψης που κάποιες στιγμές, όπως στο αφοπλιστικό φινάλε, βρίσκει μικρά διαλείμματα κανονικότητας και παρέας.
Αυτή τη μικρή λάμψη φωτός φαίνεται πως δεν βρήκε ποτέ ο ίδιος ο σκηνοθέτης Χου Μπο, που αυτοκτόνησε αμέσως αφότου τελείωσε την ταινία του, στα 29 του χρόνια, σκεπάζοντας με μια επιπρόσθετη αίσθηση ματαιότητας το τρυφερό έργο του κι αυτή τη σύντομη (έστω τετράωρη) ματιά στο μυαλό ενός πολύ νέου δημιουργού, που μπορεί και να συζητούσαμε ως μετρ τις ερχόμενες δεκαετίες.
Μαύρη τρύπα ★★★½☆☆

(High Life, Ην. Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, ΗΠΑ, 2018, 110’)
- σκηνοθεσία: Κλερ Ντενί
- ηθοποιοί: Ρόμπερτ Πάτινσον, Ζιλιέτ Μπινός, Μία Γκοθ
Ο Μόντι είναι μεθοδικός, επιμελής, απόλυτα πειθαρχημένος όσο φροντίζει για τον εαυτό του, τη μικροσκοπική κόρη του, Γουίλοου και το «σπίτι» τους. Ισως γιατί πατέρας και κόρη είναι εγκλωβισμένοι σ’ ένα ερευνητικό διαστημόπλοιο με προδιαγεγραμμένο προορισμό μια μαύρη τρύπα.
Η Κλερ Ντενί, η σπουδαία πανκ κυρία του γαλλικού σινεμά, αν πανκ σημαίνει αντίδραση στο σύστημα και στα στερεότυπα, παρουσιάζει το δικό της sci-fi έπος. Με μια αφήγηση που ξετυλίγεται σε αποκαλυπτικά flash-backs, η Ντενί εξερευνά τη «μαύρη τρύπα» της αξίας της ανθρώπινης ζωής, του DNA της τωρινής και της επόμενης γενιάς και ταυτόχρονα απολαμβάνει τον ρομαντισμό του βλέμματος του Ρόμπερτ Πάτινσον με την ίδια ρέουσα ευκολία με την οποία πλάθει, με διαβολεμένο χιούμορ, τη Ζιλιέτ Μπινός ως Iron Maiden, παρανοϊκή επιστήμονα με θεό της το σπέρμα και βωμό μια μηχανή αυνανισμού. Αυτή η ταινία επιστημονικής φαντασίας δεν είναι περιπέτεια, είναι ανθρωπολογικό μανιφέστο, μια κωμωδία που γελά με την ανθρώπινη τραγικότητα κι ένα φιλμ που ξεκινά επιβλητικά, πνευματικά και στην πορεία χάνεται μέσα στο ίδιο του το ταξίδι, ελαφρώς αποδυναμωμένο, ελαφρώς φλύαρο, αλλά πάντα τολμηρό και ιερόσυλο.
ODEON STARCITY, ODEON ΟΠΕΡΑ, TOWN CINEMAS, WEST CITY ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ, ΑΒΑΝΑ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΖΙΩΤΖΟΣ, ΓΑΛΑΞΙΑΣ, ΙΛΙΟΝ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΣΙΝΕΑΚ, ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ
Transit ★★½☆☆☆

(Γερμανία, Γαλλία, 2018, 101’)
- σκηνοθεσία: Κρίστιαν Πέτσολντ
- ηθοποιοί: Φραντς Ρογκόφσκι, Πόλα Μπερ
Ο γερμανικός ναζιστικός στρατός καταλαμβάνει το Παρίσι. Γερμανοί αντι-ναζί κατευθύνονται προς τη Μασσαλία: από εκεί, αν πάρουν βίζα, θα μπορέσουν να διαφύγουν στο Μεξικό. Ανάμεσά τους ο Γκέοργκ, έχοντας στα χέρια του την κλεμμένη ταυτότητα ενός νεκρού συγγραφέα και το τελευταίο χειρόγραφό του. Στη Μασσαλία, περιμένοντας την άδεια για να φύγει, ο Γκέοργκ ερωτεύεται τη Μαρία, τη μυστηριώδη γυναίκα που περιμένει να φανεί ο σύζυγός της, αγνοούμενος συγγραφέας. Η εποχή δεν είναι ο Β’ Παγκόσμιος. Είναι το σήμερα.
Ο Κρίστιαν Πέτσολντ («Μπάρμπαρα», «Το τραγούδι του Φοίνικα») βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ανα Σέγκερς του 1942 και κάνει ένα φιλμ-καταγγελία για τον σύγχρονο γερμανικό επεκτατισμό, που ξεκινά συναρπαστικά, με μια ολότελα πρωτότυπη, αινιγματική ιδέα, αλλά καταλήγει ως ένα παρωχημένου ύφους ρομαντικό μελόδραμα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΤΗΣΙΩΝ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ, ΒΑΡΚΙΖΑ, ΙΝΤΕΑΛ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΝΙΡΒΑΝΑ CINEMAX, ΣΙΝΕΑΚ, ΣΙΝΕΡΑΜΑ, ΦΟΙΒΟΣ
Ο ευγενικός κύριος Λινκ ★★★☆☆

(Missing Link, Καναδάς, ΗΠΑ, 2019, 95’)
- σκηνοθεσία: Κρις Μπάτλερ
- με τις φωνές των: Χιου Τζάκμαν, Ζόι Σαλντάντα, Στίβεν Φράι, Εμα Τόμπσον / Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, Κωστή Μαραβέγια, Αντιγόνης Ψυχράμη
Ο κύριος Λινκ είναι ο «χαμένος κρίκος», ο τελευταίος επιζών στην αλυσίδα της εξέλιξης μεταξύ του ανθρώπου και της πρωτόγονης καταγωγής του. Για ν’ ανακαλύψει την ιστορία της «οικογένειάς» του, ο κύριος Λινκ θα επιστρατεύσει τον σπουδαίο εξερευνητή σερ Λάιονελ Φροστ και την Αντελίνα, κάτοχο ενός μυστηριώδους χάρτη. Η πληθωρική φαντασία και η ατρόμητη πρωτοτυπία της Laika συναντούν πρόσωπα και στιγμές-σταθμούς στη δική μας ιστορία, χτίζοντας μια περιπέτεια που εξισορροπεί ιδανικά το εκπαιδευτικό στοιχείο και το ανέμελο κέφι.
Μάρνι, μια τρελή συμμορία ★★½☆☆☆

(Marnie’s Welt, Γερμανία, Βέλγιο, 2018, 92’)
- σκηνοθεσία: Κρίστοφ και Βόλφγκανγκ Λάουενσταϊν
- με τις φωνές των: Νίκης Γρανά, Θάνου Λέκκα, Ελισάβετ Μουτάφη, Κώστα Αποστολίδη
Η Μάρνι είναι η γατούλα της Ρόζαλιντ, κακομαθημένη και υπερπροστατευμένη: δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι. Οταν όμως ο αμφιβόλου ηθικής αδελφός τής Ρόζαλιντ τής αναθέσει μια μυστική αποστολή, η Μάρνι, μαζί μ’ ένα σκύλο, ένα γαϊδαράκο και μια ζέβρα, θα ξεκινήσει ένα γεμάτο προκλήσεις ταξίδι με το αυτοκίνητο, με σκοπό να γίνει ηρωίδα σαν αυτές που βλέπει στην τηλεόραση! Εμπνευσμένη από τους αδελφούς Γκριμ, μια χαριτωμένη ζωο-περιπέτεια για το αμιγώς παιδικό κοινό.
Γυναίκες με τα όλα τους ★★☆☆☆

(Die göttliche Ordnung, Ελβετία, 2017, 96’)
- σκηνοθεσία: Πέτρα Βόλπε
- ηθοποιοί: Μαρίε Λόιενμπεργκερ, Μαξιμίλιαν Σιμόνισεκ
Το 1971 στην Ελβετία, ενώ οι μεγάλες πόλεις βράζουν από τη συζήτηση για τη γυναικεία ψήφο την οποία οι άνδρες ετοιμάζονται να επικυρώσουν ή να ισοπεδώσουν πολύ σύντομα, η Νόρα, φιλήσυχη νοικοκυρά, αποφασίζει να μεταφέρει το φεμινιστικό κίνημα στο χωριό της. Ενδιαφέρουσα ιστορία, συμβατική σκηνοθεσία, στην ταινία που πριν από δύο χρόνια αποτέλεσε την πρόταση της Ελβετίας για τα Οσκαρ.
Η κατάρα της Γιορόνα ½☆☆☆☆☆

(The Curse of La Llorona, ΗΠΑ, 2019, 93’)
- σκηνοθεσία: Μάικλ Τσάβες
- ηθοποιοί: Λίντα Καρντελίνι, Ρέιμοντ Κρουζ
Μια μητέρα, που μεγαλώνει μόνη της τα δύο παιδιά της, κινεί τις υποψίες ότι δεν είναι ικανή να τα φροντίσει. Εκείνη ωστόσο που απειλεί πραγματικά τα δύο αδελφάκια, δεν είναι η μαμά τους, αλλά, όπως θα υποδείξει ο τοπικός σαμάνος, η Γιορόνα, το περιπλανώμενο φάντασμα μιας μητέρας που έπνιξε τα παιδιά της και που τώρα προσπαθεί να κλέψει τα απανταχού αφύλαχτα παιδάκια των άλλων.
Παρά το όνομα του Τζέιμς Γουάν στην παραγωγή, τις αισθητικές αναφορές στα b-movies του ’70 και τον παραδοσιακό, εφιαλτικό μεξικανικό θρύλο στον οποίο βασίζεται, η ταινία του Τσάβες εξελίσσεται τόσο ανέμπνευστα και κοινότοπα, που σχεδόν εύχεσαι να ζούσες παρέα με τη Λα Γιορόνα, της οποίας η ύπαρξη μοιάζει να έχει μεγαλύτερο σασπένς.
