Στην 55η Διάσκεψη για την Ασφάλεια σήμερα ο πρωθυπουργός, ο οποίος θα βραβευτεί με το «Ewald von Kleist» από κοινού με τον Ζόραν Ζάεφ για την προσπάθεια που κατέβαλαν υπέρ της συνεννόησης και επίλυσης των διαφορών Ελλάδας- Βόρειας Μακεδονίας και για να επιτευχθεί η Συμφωνία των Πρεσπών.
Μεταξύ των προσωπικοτήτων που έχουν τιμηθεί στο παρελθόν περιλαμβάνονται ο Χένρι Κίσινγκερ, ο Χαβιέ Σολάνα, ο Χέλμουτ Σμιτ, ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ο πρώην γερμανός πρόεδρος της Δημοκρατίας Γιοάχιμ Γκάουκ.
Στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνονται τα ζητήματα της αυτοανάδειξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διατλαντική συνεργασία, καθώς και οι δυνητικές επιπτώσεις μίας νέας εποχής ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Πέραν αυτών, στη γερμανική πόλη θα βρεθούν ειδικοί από όλον τον κόσμο προκειμένου να συζητήσουν τα θέματα σχετικά με το μέλλον του ελέγχου των εξοπλισμών και τη συνεργασία στο πεδίο της πολιτικής ασφάλειας.
Στην ατζέντα, επίσης, και το ζήτημα της σύμπραξης μεταξύ πολιτικής εμπορίου και πολιτικής ασφάλειας, όπως και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ή των τεχνολογικών καινοτομιών στη διεθνή ασφάλεια.
Σύμφωνα με τους διοργανωτές, στη φετινή Διάσκεψη αναμένεται να συμμετέχουν περισσότεροι από 600 διεθνείς παράγοντες μεταξύ των οποίων 35 επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων και 50 ΥΠΕΞ και ΥΠΑΜ κρατών – μελών της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ.
Η διάδοχος της Μέρκελ και η σιδηρά κυρία του ΔΝΤ
Σε ό, τι αφορά τη συμμετοχή της Γερμανίας θα λάβει μέρος και η Γερμανίδα Καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ. Η πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), Άνεγκρετ Κραμπ-Καρενμπάουερ, μιλώντας χθες βράδυ στο ευρωπαϊκό συνέδριο του Μονάχου στο περιθώριο της Διάσκεψης τόνισε την ανάγκη για αποτελεσματικότερη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε.
Από την πλευρά της υποστήριξε ότι αυτό το ζήτημα αποτελεί την σημαντικότερη πρόκληση για την Ευρώπη, η οποία, όπως είπε, πρέπει να ολοκληρώσει το εγχείρημα της Συνθήκης Σένγκεν, με την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα. «Η Σένγκεν πρέπει να λειτουργεί ως υπόσχεση ασφάλειας για ολόκληρη την Ευρώπη», δήλωσε, τονίζοντας ότι προκειμένου η Ευρώπη να παραμείνει ανοιχτή στο εσωτερικό, πρέπει η ασφάλειά της στο εξωτερικό να είναι απολύτως κατοχυρωμένη.
Στο ίδιο Συνέδριο συμμετείχαν ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Σέντερ, η υπουργός Εξωτερικών του Λιχτενστάιν Αουρέλια Φρικ και η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ.
Η τελευταία απηύθυνε έκκληση προς την Ευρώπη να επιδιώξει εκ νέου την οικονομική σύγκλιση μεταξύ Βορρά και Νότου, η οποία αφέθηκε στην άκρη στην προσπάθεια διάσωσης της Ευρωζώνης
«Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα απαιτούν μια προσήλωση στο πνεύμα της ενότητας που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο γάμος της πολιτικής με την οικονομική μοίρα είναι απίστευτα δύσκολος, αλλά αξίζει τον κόπο. Και είναι εξίσου δύσκολο να τον δημιουργήσουμε όσο και να τον διαλύσουμε. Μπορεί δε να λειτουργήσει μόνο εφόσον όλη η Ευρώπη είναι επιτυχημένη. Και αυτό απαιτεί οικονομική σύγκλιση»,είπε.
Και εξήγησε ότι σύγκλιση σημαίνει ότι το εισόδημα των φτωχότερων χωρών θα φτάσει αυτό των πλουσιότερων γειτόνων τους. «Από το 1993 έως το 2017, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα στην Τσεχία, την Ουγγαρία, την Σλοβενία διπλασιάστηκε. Αυξήθηκε πάνω από 2,5 φορές στην Σλοβακία, την Εσθονία, την Πολωνία και τριπλασιάστηκε στην Λετονία και την Λιθουανία», ανέφερε.
Επεσήμανε ότι «η σύγκλιση έμεινε πίσω, στην μάχη για την επιβίωση της Ευρωζώνης, αλλά η ανάγκη σύγκλισης δεν εξέλιπε, καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει και πάλι μια καθοριστική στιγμή – μεταξύ των νέων προκλήσεων, οι σημαντικότερες είναι η μετανάστευση, ο λαϊκισμός, η πίεση που δέχεται το παγκόσμιο εμπόριο, η ανεργία των νέων».
Τέλος, τόνισε ότι πρωτεύουν τρεις τομείς δράσης: πρώτον, η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας στον Νότο, καθώς, όπως είπε, στην Ιταλία, την Ελλάδα και την Ισπανία η ανεργία είναι 10-20% και για τους νέους πάνω από 30%, ενώ στις χώρες του Βορρά, όπως η Γερμανία ή η Ολλανδία, η ανεργία είναι κάτω από 4% και για τους νέους κάτω από 7%, δεύτερον, η δημιουργία φιλόξενου επενδυτικού περιβάλλοντος με απαλλαγή των εταιριών από αδικαιολόγητα βάρη σε ό,τι αφορά τις προσλήψεις και τις απολύσεις, αλλά και άρση των εμποδίων στον ανταγωνισμό.
