Μια πάρα πολύ ωραία συναυλία, με συμμετοχή δύο εξαιρετικών μουσικών, έδωσε η ΚΟΑ στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής επάνω στην εαρινή ισημερία (21/3/2019). Στο πρώτο μέρος ακούστηκαν οι «Τέσσερις εποχές» (~1717) του Βιβάλντι με τον εξαιρετικό Θεσσαλονικιό βιολιστή Σίμο Παπάνα, ο οποίος, όπως οι παλιοί σολίστες του μπαρόκ, λειτούργησε ταυτόχρονα και ως αρχιμουσικός, έχοντας προετοιμάσει την εκτέλεση με τα έγχορδα του αθηναϊκού συνόλου.
Αυτονόητα –αλλά και αναμενόμενο για βιολιστή τέτοιου στίγματος και διαμετρήματος– η εκτέλεση των τεσσάρων κοντσέρτων προσπέρασε ασυζητητί την απλή ανάγνωση και λειτούργησε ως πληθωρικά εμπνευσμένη έξαρση της εντός πλαισίου ημιαυτοσχεδιαστικής δεξιοτεχνικής συνισταμένης της μουσικής του μπαρόκ.
Τα πασίγνωστα, μέχρις εξαντλήσεως χιλιοακουσμένα, κοντσέρτα μεταμορφώθηκαν σε συναρπαστική μουσική περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις, αλλεπάλληλες ριπές σολιστικής δεξιοτεχνίας, ευρηματικές διανθίσεις, γοητευτικά παιγνιώδεις αυξομειώσεις ταχυτήτων, τεταμένες, γεμάτες προσμονή στίξεις, ιδιοσυγκρασιακά τονικά περάσματα στην περιοχή των τροπικών ακουσμάτων.
Διαποτισμένη από φρεσκάδα, μουσικότητα και νεανικό σφρίγος, η εκτέλεση δίκαια συνάρπασε το ακροατήριο. Ομοια υψηλής θερμοκρασίας, διακατεχόμενη από αδιάλειπτη εγρήγορση, ήταν και η ανταπόκριση των μουσικών της ΚΟΑ, από την οποία συμμετείχε ένα περιορισμένης έκτασης κλιμάκιο εγχόρδων, με μοναδική έξωθεν συμμετοχή αυτήν του τσεμπαλίστα Μάρκελου Χρυσικόπουλου. Ολοκληρώνοντας, ο Παπάνας πρόσφερε εκτός προγράμματος τον «Ευαγγελισμό» από τις περίφημες «Σονάτες του Ροζαρίου» του Μπίμπερ.
Το ίδιο απολαυστικό ήταν και το δεύτερο μισό της συναυλίας! Σε συναφές μήκος κύματος αλλά 180 χρόνια νεότερες, «Οι εποχές» (1899) του Γκλαζούνοφ παίχτηκαν εξαιρετικά από την ΚΟΑ –εδώ σε υπερπλήρη ανάπτυξη– υπό τον Εκτορα Ταρτανή στην πρώτη του εμφάνιση με το αθηναϊκό σύνολο. Γεννημένος και σπουδαγμένος στην Ευρώπη, ο Ταρτανής άφησε άριστες εντυπώσεις.
Ανέδειξε ιδανικά την α λα Τσαϊκόφσκι πληθωρική μουσική του Ρώσου συνθέτη, ισορροπώντας έξοχα το ρυθμικά τονισμένο χορευτικό στοιχείο με τις πλατιές μελωδίες, διαπλάθοντας φροντισμένα το ξετύλιγμα της φραστικής, εξασφαλίζοντας διακριτικά χώρο για την ανάδειξη της προέχουσας σολιστικής παρουσίας των διαφόρων πνευστών. Ταυτόχρονα, διατήρησε άρρηκτη, δίχως χάσματα, τη ροή του συμφωνικού μουσικού ειρμού.
