Οι ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου είναι ίσως οι σημαντικότερες των τελευταίων δεκαετιών. Σε αυτές διακυβεύεται το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το μέλλον της κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής, αλλά και το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης, που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ισχυρή διαλυτική κρίση.
Αυτό που παρατηρούμε σε πολλά κράτη-μέλη, είναι είτε η ανάληψη της διακυβέρνησης από συνασπισμούς στους οποίους συνεργάζονται δυνάμεις του πιο σκληρού νεοφιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς, όπως συμβαίνει στην Αυστρία, κυβερνήσεις ετερόκλητες με επικεφαλής εθνικιστικά κόμματα, όπως στην Ιταλία, αλλά και κυβερνήσεις με κόμματα που ανήκουν στην πιο ακραία πτέρυγα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπως στην Ουγγαρία. Σε άλλα κράτη-μέλη, όπως στη Γαλλία, βλέπουμε σταθερό προβάδισμα ακροδεξιών κομμάτων, ενώ στη Γερμανία και στην Ισπανία, ακροδεξιά μορφώματα βρίσκονται ήδη σε περιφερειακά ή εθνικά κοινοβούλια, παρουσιάζοντας ισχυρή δυναμική στις δημοσκοπήσεις για τις ευρωεκλογές.
Στη χώρα μας το φαινόμενο αυτό αποτυπώνεται από την ανάπτυξη ενός υβριδικού μορφώματος νεοφιλελεύθερης πολιτικής με ακροδεξιά ρητορική, με κύριο εκφραστή τη Νέα Δημοκρατία, η οποία επί ηγεσίας Μητσοτάκη συνεχίζει να κινείται στα δεξιότερα του πολιτικού φάσματος, υιοθετώντας πολλές φορές θέσεις που εκφράζει η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Αυτή η ιδεολογική και προγραμματική μετατόπιση της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν εντοπίζεται μόνο στα εθνικά θέματα, με κυρίαρχο το Μακεδονικό και τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και σε θέματα που αφορούν την ασφάλεια, το κοινωνικό κράτος, ακόμη και παραδοσιακά φιλελεύθερα νομοσχέδια, όπως το σύμφωνο συμβίωσης ή η χρήση φαρμακευτικής κάνναβης, τα οποία προώθησε και υιοθέτηση η κυβέρνηση Τσίπρα το προηγούμενο διάστημα χωρίς τη στήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Το ζήτημα της ασφάλειας και οι διάφορες πτυχές της, όπως η εργασιακή ασφάλεια, η οικονομική (αν)ασφάλεια, η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων, αλλά και η κοινωνική και εθνική ασφάλεια, που αφορά επιμέρους ζητήματα, όπως η εγκληματικότητα για παράδειγμα, αποτελούν πυλώνες πάνω στους οποίους έχει αναπτυχθεί μια φοβική, ρατσιστική ρητορική από την πλευρά της ΝΔ, στα χνάρια της ρητορικής της Χρυσής Αυγής. Το ζήτημα της ασφάλειας απασχολεί ευρύτερα τις εθνικές πολιτικές στα περισσότερα κράτη-μέλη, και είναι εκείνο το πεδίο δράσης όπου οι υπερ-συντηρητικές δυνάμεις έχουν αναπτύξει μια κατασκευασμένη, προνομιακή σχέση, κυρίως ελλείψει πολιτικών προτάσεων κι ενός διεισδυτικού προγραμματικού λόγου από την πλευρά των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων.
Πολλές έρευνες τα τελευταία χρόνια στην ΕΕ έχουν δείξει ότι ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος που επιλέγει να στηρίζει ακροδεξιά κόμματα καταφεύγει σε αυτή την επιλογή εξαιτίας της αυξανόμενης ανασφάλειας που νιώθει ως συνέπεια των πολιτικών λιτότητας και συνολικά των ασκούμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Έχει διαμορφωθεί δηλαδή ένα ισχυρό δίπολο μεταξύ δεξιάς και ακροδεξιάς, όπου ο ένας πόλος τροφοδοτεί τον άλλο, με τα προοδευτικά κόμματα να αδυνατούν να αντλήσουν εκλογική απήχηση μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και κατά συνέπεια να προτιμούν να μην αγγίζουν καν αυτό το θέμα και τις επιμέρους πτυχές του.
Μια βασική πλάνη την οποία συστηματικά καλλιεργούν οι ακροδεξιές ηγεσίες είναι ότι για όλα ευθύνεται το κοινωνικό κράτος που στηρίζει τους κοινωνικά και εισοδηματικά αδύναμους, «φωτογραφίζοντας» ως αδύναμους κυρίως τους πρόσφυγες και μετανάστες που έρχονται υποτίθεται να σαρώσουν τα προνόμια των τοπικών κοινωνιών, διαμορφώνοντας έτσι μια συνολικά επίπλαστη πραγματικότητα για τις επιδοματικές πολιτικές. Κοντά σε αυτό, έρχεται να προστεθεί και ο δήθεν αντισυστημικός χαρακτήρας της ακροδεξιάς, που θέλει να στηρίξει τους αδύναμους, να ανακτήσει την εθνική κυριαρχία και να ακυρώσει τις πολιτικές λιτότητας. Εδώ αναπτύσσεται η μεγαλύτερη πλάνη, η οποία με μια πρώτη ματιά ενός εξωτερικού παρατηρητή, δεν είναι ορατή: Οι ακροδεξιές ηγεσίες, όπως έχει αποδειχθεί πρόσφατα και στην περίπτωση της Αυστρίας του Κουρτς, και στην περίπτωση της Ιταλίας του Σαλβίνι, ,και στην περίπτωση της Ουγγαρίας του Όρμπαν, προωθούν αυτό ακριβώς το οποίο δήθεν ξορκίζουν, που δεν άλλο από την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους, τη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας εις βάρος των ασθενέστερων, τη φίμωση της ελευθερίας του Τύπου. Έτσι, διαμορφώνεται αυτό ακριβώς που γράψαμε στην αρχή, μια συμμαχία δηλαδή ακραία νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών κομμάτων, και σε κυβερνητικό και σε ευρύτερα πολιτικό και νομοθετικό επίπεδο.
Είναι ευθύνη των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων να φέρουν το σύνθετο ζήτημα της ασφάλειας στο δημόσιο διάλογο, προβάλλοντας τις θέσεις και τις προτάσεις τους από το δικό τους ιδεολογικό και πολιτικό πρίσμα. Βασική συνέπεια των πολιτικών λιτότητας είναι ο πολλαπλασιασμός της κοινωνικής, εργασιακής και οικονομικής ανασφάλειας, κι αυτό είναι ένα μείζον πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης που μπορεί να καθορίσει και να αναδιατάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς ενόψει και των ευρωεκλογών, αλλά και συνολικά των εκλογικών αναμετρήσεων στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Είναι ένα πεδίο αντιπαράθεσης που μπορεί να καταστεί προνομιακό για την αριστερά, αρκεί να μην είναι άτολμη και να μην αγνοήσει τη σημασία που έχει η ασφάλεια για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός επιστήμονας και επικοινωνιολόγος, συντονιστής του Ευρωπαϊκού Προοδευτικού Φόρουμ.
