Η αναμενόμενη γι’ απόψε δεύτερη κοινοβουλευτική ήττα της Τερέζα Μέι αναφορικά με το σχέδιο Β για το Βrexit, οι διαρκώς διευρυνόμενες κινητοποιήσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στην Ευρώπη, το πλαίσιο αρχικής ειρηνευτικής συμφωνίας στην οποία κατέληξαν οι δυνάμεις των ΗΠΑ με τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, καθώς και τα ιδιαιτέρως θετικά σχόλια μερίδας του γερμανικού οικονομικού Τύπου για την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές, αποτελούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις της ημέρας που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, οι Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους: «Οι αντάρτες (βουλευτές) των Τόρις απορρίπτουν το σχέδιο Β της Μέι» και στο κύριο άρθρο η εφημερίδα τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι Συντηρητικοί βουλευτές αποφάσισαν να καταψηφίσουν τη νέα συμφωνία της για την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε., με την οποία η βρετανίδα πρωθυπουργός έλπιζε ότι θα της διασφάλιζε κρίσιμους συμβιβασμούς στην Ευρώπη.
Όπως τονίζει η εφημερίδα, απόψε η κα Μέι θα επιχειρήσει να πείσει τους Τόρις να βρουν εναλλακτικές λύσει στο ακανθώδες ζήτημα των συνόρων της Βόρειας Ιρλανδίας. Όπως πάντως ανέφεραν πολιτικές πηγές στην εφημερίδα, στο μόνο μπορεί να ελπίζει η κ. Μέι είναι ότι η αποψινή της ήττα θα είναι κατά τι μικρότερη από την ιστορική, την οποία υπέστη πριν δυο εβδομάδες, όταν το αρχικό της σχέδιο για το Βrexit απορρίφθηκε με διαφορά 230 ψήφων.
Στη Γαλλία, η Le Monde γράφει στον τίτλο της: «Κλίμα: η κινητοποίηση διευρύνεται στην Ευρώπη» με το σχετικό ρεπορτάζ να επισημαίνει ότι σχεδόν 150.000 άνθρωποι κινητοποιήθηκαν σε Γαλλία και Βέλγιο στη διάρκεια του περασμένου Σαββατοκύριακου για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Στις Βρυξέλλες συγκεντρώθηκαν 70.000 άτομα, ενώ 80.000 ακόμη ήρθαν στη Γαλλία φωνάζοντας συνθήματα όπως: “Αλλάξτε το σύστημα, όχι το κλίμα”».
Γράφει ακόμη ότι η επόμενη μεγάλη κινητοποίηση, που θα είναι μια παγκόσμια ολοήμερη σχολική απεργία, θα γίνει στις 15 Μαρτίου, μετά από την πρωτοβουλία της σουηδέζας έφηβης Γκρέτας Θάνμπεργκ. Η εφημερίδα γράφει ακόμη στο κεντρικό της άρθρο : «Μακεδονία. Ένα καλό νέο για τα Βαλκάνια» και στη συνέχεια εξηγεί αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους, η συμφωνία των Πρεσπών συνιστά μια πολύ θετική εξέλιξη για την ευρύτερη περιοχή.

Στη Γερμανία, «για πρώτη φορά από το τέλος του προγράμματος βοήθειας πριν από πέντε μήνες η Ελλάδα τολμά να ξαναβγεί στις αγορές. Η Ελλάδα βολιδοσκοπεί τις ορέξεις των επενδυτών με την έκδοση ενός πενταετούς ομολόγου» αναφέρει η Handelsblatt.
Το νέο ομόλογο που θα λήξει τον Απρίλιο του 2024 μπορεί να κυμανθεί από δύο έως τρία δις ευρώ, αναφέρει η εφημερίδα σημειώνοντας ότι ειδικοί αναμένουν το επιτόκιο να κινηθεί μεταξύ 3,5% και 3,75%. Αυτό θα αποτελούσε μεν την υψηλότερη αξία πενταετούς ομόλογο στην ευρωζώνη, ωστόσο για τον Αλέξη Τσίπρα θα ήταν μια πολιτική επιτυχία, παρατηρεί η εφημερίδα.
«H Eλλάδα βγήκε από τέλος Αυγούστου της περασμένης χρονιάς από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό διάσωσης. Αλλά η επιστροφή στις αγορές είναι για την νοτιοευρωπαϊκή χώρα δυσκολότερη από ό,τι αναμένετο. Το υπέρογκο δημόσιο χρέος ύψους πάνω από 180% του ΑΕΠ, η ακόμη ασθενής ανάπτυξη, τα υψηλά ρίσκα που εγκυμονούν για τις ελληνικές τράπεζες τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και οι αμφιβολίες για τη μεταρρυθμιστική βούληση της κυβέρνησης συνεχίζουν να επιβαρύνουν τη φερεγγυότητα της χώρας» σημειώνει η HB.
Ωστόσο, παρατηρεί η HB, οι συνθήκες για την έκδοση του ομολόγου στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ευνοϊκές. «Μετά την επίλυση της διαμάχης Ιταλίας-ΕΕ για τον ιταλικό προϋπολογισμό, οι αποδόσεις ομολόγων των προβληματικών χωρών της ευρωζώνης μειώθηκαν.
«Στην Ελλάδα, η εσωπολιτική κατάσταση σταθεροποιήθηκε μετά την ψήφο εμπιστοσύνης προς τον Τσίπρα και την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η πολιτική εξομάλυνση αντανακλάται και στις τιμές των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Στην αποκλιμάκωση συμβάλει επίσης και το ότι στην πραγματικότητα η Αθήνα δεν χρειάζεται στην παρούσα φάση φρέσκο χρήμα» σημειώνει η HB υπενθυμίζοντας ότι οι χώρα διαθέτει αποθεματικό ύψους περίπου 26,5 δισ. ευρώ το οποίο καλύπτει ανάγκες αναχρηματοδότησης της χώρας έως τα τέλη του 2020.
Η οικονομική εφημερίδα σημειώνει ότι είναι σημαντικό η Ελλάδα να συγκεντρώσει χρήματα από τις αγορές προκειμένου να οικοδομήσει κλίμα εμπιστοσύνης με τους επενδυτές. Σε ανταπόκριση από τη Φρανκφούρτη η Handelsblatt αναφέρεται στην ανοδική πορεία των ομολόγων Ελλάδας και ΠΓΔΜ μετά την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, σε άρθρο με τίτλο: «Τα ομόλογα της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ επωφελούνται από το τέλος της διαμάχης για το ονοματολογικό». Μετά την επίλυση της διαμάχης, αναφέρει το άρθρο, «οι επενδυτές έσπευσαν να εφοδιαστούν ομόλογα από την Ελλάδα και την ΠΓΔΜ. Αυτό ώθησε τη Δευτέρα την απόδοση του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου στο χαμηλότερο επίπεδο τετραμήνου, στο 4,068% ενώ η απόδοση του ομολόγου της ΠΓΔΜ που λήγει το 2021 άγγιξε επίσης το χαμηλότερο επίπεδο τετραμήνου, αγγίζοντας το 1,55%».

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού τις ΗΠΑ τέλος, οι New York Times γράφουν στον τίτλο τους: «ΗΠΑ και Ταλιμπάν έχουν πλαίσιο για ειρηνευτική συμφωνία».
Το κύριο άρθρο να τονίζει ότι αξιωματούχοι των δύο πλευρών συμφώνησαν κατ αρχάς το πλαίσιο μίας συμφωνίας, η οποία προβλέπει ότι οι Ταλιμπάν θα εγγυηθούν πώς η χώρα δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ από τους τρομοκράτες, μια ενέργεια η οποία, αν πραγματοποιηθεί, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την οριστική αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από την περιοχή.
