Με αφορμή τη συζήτηση που διεξάγεται για την αναθεώρηση του Συντάγματος, θα ήθελα να αναφερθώ πιο στοχευμένα στην τοπική αυτοδιοίκηση και στις σύγχρονες προκλήσεις που αναδύονται στο πεδίο αυτό.
Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ευνοϊκή συγκυρία και ευκαιρία, προκειμένου να οδηγηθούμε σε μια «αποκέντρωση με αυτοδιοίκηση», η οποία θα συμβάλει ουσιαστικά στην αναβάθμιση της αυτοδιοίκησης ως πεδίου έκφρασης και άσκησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και θα την εγκαθιδρύσει ως αναπόσπαστη συνιστώσα του διοικητικού συστήματος, με βάση την αρχή της εγγύτητας. Διότι σήμερα έχει ωριμάσει η σκέψη για τον σύγχρονο ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης στο πολιτικό και διοικητικό σύστημα της χώρας, με βάση και όσα έχουμε αποκομίσει από την εφαρμογή του «Καλλικράτη», μετά και τις σημαντικές βελτιωτικές ρυθμίσεις που εισήγαγε ο «Κλεισθένης Ι».
Με άλλα λόγια, ήρθε ο καιρός να αντιμετωπίσουμε τις δυσλειτουργίες που έχουν εντοπιστεί στις σχέσεις της κεντρικής διοίκησης με την τοπική αυτοδιοίκηση. Σχέσεις συχνά προβληματικές, εν μέρει και λόγω του ορισμού που προσδίδουμε σε αυτό που ονομάζεται «τοπική υπόθεση». Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο στον ορισμό της τοπικής υπόθεσης όσο στον ορισμό των δημοσίων υποθέσεων, οι οποίες μόνο κατά ανάθεση νοείται ότι ασκούνται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι σπανίως ανατίθενται στην τοπική αυτοδιοίκηση ζωτικής σημασίας κρατικές αρμοδιότητες σε τοπικό επίπεδο. Αυτό οφείλεται σε νοοτροπίες και πρακτικές που δεν αφορούν μόνο την Κεντρική Διοίκηση, η οποία δεν εκχωρεί αρμοδιότητες, αλλά και στη νομολογιακή αντιμετώπιση της τοπικής αυτοδιοίκησης από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο σπάνια αναγνωρίζει την αρμοδιότητα των ΟΤΑ ως προς τη ρύθμιση δημοσίων υποθέσεων.
Ενα επόμενο ζήτημα που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό και στο οποίο θα ήθελα να επικεντρωθώ, διότι μπορεί να συμβάλει σε μια αλλαγή της σχέσης μεταξύ κεντρικής διοίκησης και αυτοδιοίκησης, είναι αυτό που ονομάζουμε αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων από τις τρεις βαθμίδες διοίκησης, η οποία δημιουργεί και πολλά και σοβαρά προβλήματα λειτουργίας του κράτους και της αυτοδιοίκησης. Το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει στο πλαίσιο της αναθεώρησης είναι κατά πόσον η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να αναπροσαρμοστεί στα νέα συνταγματικά δεδομένα και αν θα πρέπει να αναβαθμιστεί ο ρόλος της και να θωρακιστεί καλύτερα ως προς τη διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της διακριτικής φυσιογνωμίας της, με βάση τις αρχές της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, αλλά κυρίως της κατοχύρωσης της αρχής της τοπικής αυτονομίας, όπως διασφαλίζεται και από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.
Ενα άλλο ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι κατά πόσο θα αρθούν σημαντικά εμπόδια για τη σταδιακή μετάβαση και ταύτιση της αυτοδιοίκησης με την κατά τόπον αποκέντρωση, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, προκειμένου να κατακτηθεί αυτό που στον χώρο της αυτοδιοίκησης ονομάζεται «αποκέντρωση με αυτοδιοίκηση». Για να το θέσω διαφορετικά, θεωρώ ότι οι συνθήκες είναι σήμερα ώριμες για να προχωρήσουμε σε μια τομή στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία θα αφορά την αναδιοργάνωση του πολιτικού και διοικητικού συστήματος στη χώρα.
Με βάση αυτήν τη θεώρηση, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, το πρώτο σκέλος να αφορά την αναδιοργάνωση του πολιτικού και διοικητικού συστήματος και τον ρόλο της αυτοδιοίκησης, καθώς και το κατά πόσον θα ταυτιστεί η αποκέντρωση με την αυτοδιοίκηση, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν υπάρχει και αποκέντρωση της κεντρικής διοίκησης. Το δεύτερο σκέλος που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη αφορά την οριοθέτηση της έννοιας του περιεχομένου της «τοπικής υπόθεσης», με βάση την αρχή της εγγύτητας και της επικουρικότητας. Στη συνέχεια, θα πρέπει να εξετάσουμε πώς θα μπορούσαμε να συμβάλουμε στη θωράκιση και στην εμβάθυνση της δημοκρατίας σε τοπικό επίπεδο, με βάση την αρχή της ισότητας και της ισοδυναμίας της ψήφου, που σημαίνει στην ενδυνάμωση της αντιπροσωπευτικής αρχής (με την καθιέρωση του αναλογικού συστήματος στις εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ) και των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας (τοπικές συνελεύσεις, τοπικά δημοψηφίσματα και λαϊκές πρωτοβουλίες). Στο πλαίσιο, μάλιστα, της άμεσης δημοκρατίας, είναι σκόπιμο να προβληματιστούμε για τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η αυτοδιοίκηση στο πεδίο των νομοθετικών πρωτοβουλιών, ιδιαιτέρως όταν αυτή η δυνατότητα δίνεται και στους πολίτες.
Το βέβαιο είναι πώς η συνταγματική αναθεώρηση συνιστά μια κατ’ εξοχήν ευκαιρία προκειμένου να αποσαφηνιστεί η σχέση μεταξύ αυτοδιοίκησης, κεντρικής και αποκεντρωμένης διοίκησης, ανοίγοντας παράλληλα ένα σοβαρό πεδίο προβληματισμού και αναστοχασμού για την ουσιαστική θεσμική αναβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης, με βάση τις αρχές του ευρωπαϊκού κεκτημένου, για την τοπική αυτονομία και την τοπική δημοκρατία.
*βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Κορινθίας
