Λύκος μονιάς, μαινόμενος λέων, ο καπτάν Καμμένος. Ασβεστος φάρος καταμεσής του πελάγους. Χυμάει στο θήραμα μ’ ορμή κι όποιο κορμί πάρει ο χάρος κι όποιους τράγους. Τρομάζει ώς και μάγους. Κομπορρημονούσε άλλοτε σε τηλεοπτικά σποτ πως θα μάθει τον απρόσεκτο μικρό να γράφει με το δεξί. Και τα κατάφερε περίφημα. Το άσπονδο συνεταιράκι του εφάρμοσε ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που κάνουν τη μακαρίτισσα Θάτσερ να κοκκινίζει κάτω απ’ το μνημονιακό μνήμα· από αριστεροσύνη και ντροπή. Καμαρώνει τώρα ο ΘΑλέξης από πάνω –ακόμα πιο πάνω κι απ’ τον Πάνο– διότι, στραγγαλίζοντας την κοινωνία, συγκέντρωσε υπερπλεονάσματα τα οποία του επιτρέπουν να παριστάνει τον ψυχικάρη στο πόπολο πετώντας του προεκλογικά ψιχία. Μια ψυχή που ’ναι να βγει, τουλάχιστον να ’χει δυνάμεις να φτάσει μέχρι την κάλπη. Κι εκεί, ποτέ δεν ξέρεις!
Εχει όμως κι η επιτυχία το τίμημά της: όποιος κάτσει με στραβό, το πρωί αλληθωρίζει. Τουτέστιν, ο καπτάν Πάνος πιάστηκε σαν κουτορνίθι στην παγίδα που έστησε ο ίδιος. Μπες-βγες στο Μαξίμου επί τέσσερα συναπτά έτη, με τόσες επιδημίες να σέρνονται μέσα κι έξω, κόλλησε το μικρόβιο του αριστερισμού και, όταν εκδηλώθηκαν τα συμπτώματα της ανίατης νόσου, ήταν αργά.
Ωρίμασε ο ιός της Αριστεράς σε πυώδες υπόστρωμα και ο αρχηγός των ΑΝ.ΕΛΛ. μεταμορφώθηκε, όχι σε τυχαίο τροτσκιστή, αλλά στον Λέοντα Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν αυτοπροσώπως. Το εξομολογήθηκε χθες σε προσφιλή γυάλινα παράθυρα. Κατονόμασε τους σοσιαλκανίβαλους γέροντες του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος Φλαμπουράρη και Κρατερό απότοκα του σταλινικού ΚΚΕ, οίτινες απεργάζονται τον χαμό του. «Νόμιζαν ότι είμαι ο Τρότσκι και ήθελαν να με φάνε ζωντανό» αποκάλυψε.
Νύχτα βαθιά στην Πόλη του Μεξικού. Φρίντα Κάλο και Ντιέγκο Ριβέρα αποχαιρέτησαν αργά τους ενοίκους στο σπίτι-φρούριο του προαστίου Κογιοάκαν. Η Ναταλία αποσύρθηκε να πλαγιάσει αποκαμωμένη. Στο γραφείο ο Πάνοφ Τρότσκι στόλιζε με σοφές κόκκινες μολυβιές κείμενο νεόκοπου Καναδού φίλου. Αντελήφθη τον αθεόφοβο ΘΑλέξη, όστις εισήλθε στο δωμάτιο ακροποδητί υπό τη μορφή του Ραμόν Μερκαντέρ, κραδαίνοντα ήδη το φονικό εγχειρίδιο. «Μπήξε το, λοιπόν» αναφώνησε, προβάλλοντας ακάλυπτα τα στήθη του. «Σου χαρίζω τη ζωή», είπε ευσπλαχνικά ο οπλισμένος άνδρας, «αρκεί να μου δανείσεις Κόκκαλη και Κουντουρά και να μοιραστούμε Παπαχριστόπουλο και Ζουράρι». Βρέθηκε αμφίβολη φόρμουλα, έκλεισε το ντιλ, αλλά τη λέζα πληρώνει η Ιστορία και ο κολοβός κοινοβουλευτισμός.
