Σκοτεινοί, απόκληροι ήρωες, φθονερές γειτόνισσες, ξεχασμένες ηθικές προσταγές, πρωταγωνιστές δέσμιοι της μοίρας, «άβγαλτοι» νέοι, νεκρά μωρά, παιχνίδια της μοίρας, γοτθικές αναφορές στην Αθήνα του αρχών του 20ού αιώνα, γωνίες μιας πόλης μίζερης, φτωχικής, άρρωστης. Αλλά πίσω και πάνω από όλα ένα κορυφαίο συμβολιστικό κείμενο της ελληνικής πεζογραφίας το οποίο στην εποχή του προκάλεσε σάλο τόσο για τη δημοτική γλώσσα του, που στοίχισε στο έργο πολλές εκδοτικές περιπέτειες, όσο και για την τολμηρότητα του θέματος, που πήγαινε κόντρα στον καθωσπρεπισμό.
Η «Κερένια κούκλα», το θρυλικό «αθηναϊκό μυθιστόρημα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου που έφερε ένα διαφορετικό αέρα στην ελληνική λογοτεχνία των αρχών του 20ού αιώνα, γίνεται όπερα από τον συνθέτη Τάσο Ρωσόπουλο πάνω σε λιμπρέτο του Γιάννη Σβώλου. Ο Σίμος Κακάλας ζωντανεύει τη δραματική ιστορία δημιουργώντας ένα ατμοσφαιρικό και απόκοσμο σύμπαν από γκόθικ στοιχεία, κινηματογραφικές εικόνες, ρεαλιστικές μάσκες και αναμνήσεις μιας άλλης εποχής. H νέα όπερα σε δύο πράξεις (μουσική διεύθυνση Νίκος Βασιλείου) κάνει πρεμιέρα στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής στις 7 Μαρτίου (για οκτώ παραστάσεις).
Το μυθιστόρημα αγαπήθηκε και επανεκδόθηκε πολλές φορές, έγινε θεατρικό έργο, τηλεοπτική σειρά και graphic novel, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1916 από τον Μιχάλη Γλητσό. Εναν αιώνα μετά την έκδοσή του «εντάσσεται» πρώτη φορά και στο λυρικό ρεπερτόριο. Εμπνεόμενος από τη γραφή του Χρηστομάνου, ο Τάσος Ρωσόπουλος μετουσιώνει την «Κερένια κούκλα» σε μουσική γεμάτη σύμβολα, λυρισμό και παθιασμένη αγάπη για τη ζωή επιμένοντας πως «το μουσικό υλικό αναπτύσσεται ταυτόχρονα γύρω από το δίπολο Θάνατος και Ζωή».
Τη διασκευή της «Κερένιας κούκλας» σε λιμπρέτο για όπερα επιμελήθηκε ο Γιάννης Σβώλος στη δεύτερη απόπειρά του μετά την επιτυχημένη «Φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη. Κινούμενος με μεταμοντέρνα, εκλεκτικιστική ελευθερία, άφησε να λειτουργήσουν μέσα του ως φίλτρο ποικίλες μουσικές αναφορές και χρησιμοποίησε ως βάση το ίδιο το κείμενο, συντομεύοντας ή αναδιατάσσοντάς το. «Η “Κερένια κούκλα” του Χρηστομάνου διαθέτει ιδιαίτερο χαρακτήρα, που προβάλλει ισχυρές αντιστάσεις κατά τη μετατροπή της σε λιμπρέτο. Μακράν του να αρθρώνεται απρόσκοπτα και αβίαστα μέσα από σαφείς, αντικειμενικές περιγραφές και διαλόγους, η ιδιωματική λογοτεχνική δραματουργία της λειτουργεί μέσα από δύο πεδία επενέργειας» εξηγεί ο Γ. Σβώλος. «Αφενός υπάρχουν πραγματολογικές περιγραφές και πολλές στιχομυθίες, αφετέρου υπάρχει ο ιδιότυπος “παρουσιαστής”, δηλαδή ο συγγραφέας ο οποίος παρεμβαίνει συστηματικά στη φυσική δράση είτε υπαγορεύοντας είτε προοικονομώντας, έμμεσα ή άμεσα, τις εξελίξεις. Ετσι με κάποιο τρόπο επιβάλλει στον αναγνώστη δικές του συναισθηματικές αντιδράσεις και αξιολογήσεις γεγονότων και καταστάσεων. Καθώς η “παρέμβαση” του Χρηστομάνου διατρέχει όλο το μυθιστόρημα, έχει κανείς την αίσθηση ότι όλη η ιστορία στήνεται για να μας δείξει με κάποιο τρόπο τα εσώψυχά του».
Στις σκονισμένες φτωχογειτονιές μιας παραπλανητικά ειδυλλιακής Αθήνας του 1900, ο ωραίος Νίκος και η ασθενική Βεργινία ζουν σε ένα ταπεινό σπίτι στη λαϊκή Γαργαρέτα. Οι φθονερές γειτόνισσες εξωθούν την άρρωστη σε κατάρρευση. Για βοήθεια η θεια Ελέγκω φέρνει στο σπίτι την όμορφη Λιόλια, η οποία θα μπλέξει με τον Νίκο. Η απεγνωσμένη Βεργινία πεθαίνει στη θέα του παράνομου ζευγαριού. Από εκείνη τη στιγμή η μοίρα αρχίζει τα σατανικά παιχνίδια της και κανείς δεν μένει ατιμώρητος.
Ο λιμπρετίστας κινήθηκε με μεταμοντέρνα ελευθερία, ενώ χρησιμοποίησε ως κριτήριο διάπλασης του λιμπρέτου ποικίλα μουσικά πρότυπα: λυρικά ακούσματα του ρομαντισμού και του ρομαντικού 20ού αιώνα, κωμικές σκηνές σε ύφος Ροσίνι, αιχμηρές αντιπαραθέσεις κ.λπ. «Είναι μια άλλη εποχή -ακριβώς στο γύρισμα του αιώνα-, ένα άλλο λεξιλόγιο, άλλο ύφος, άλλη δραματουργική γραφή. Είναι όλα τους τόσο χαρακτηριστικά που συνθέτουν έναν ολοδικό τους κόσμο, τον οποίο δεν μπορείς ούτε να προσπεράσεις ούτε να αλλάξεις» συμπληρώνει ο ίδιος.
Και πώς μεταφράζεται αυτή η δραματουργική ιδιοτυπία σε λιμπρέτο; «Λαμβάνοντας υπόψη την εποχή και το ευρύτερο πεδίο λογοτεχνικών αναφορών του κειμένου και ταυτόχρονα αφουγκραζόμενος και θερμομετρώντας συγκινησιακά το κείμενο. Η γραφή είναι σχεδόν σαν μουσική γιατί παράγει ατμόσφαιρα. Στα εκτενή διαλογικά μέρη αναπαράγεται αυτούσια η ομιλία αμόρφωτων, λαϊκών ανθρώπων και ο λόγος προσλαμβάνει επιτηδευμένα ρεαλιστική τραχύτητα. Αντίθετα, οι εμβόλιμοι μονόλογοι του Χρηστομάνου είναι ποιητικού χαρακτήρα, γεμάτοι λυρικές εικόνες και συμβολιστικές αναγωγές. Αν θέλουμε λίγο να υπερβάλουμε, θα λέγαμε ότι το έργο μοιάζει σαν να συνδυάζει τις ατμόσφαιρες ενός συμβολιστικού Πελλέα και την τραχύτητα μιας βεριστικής Καβαλερίας».
Info: ΕΛΣ, Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Παραστάσεις 7, 8, 15, 16, 17, 21, 22, 23/3 στις 20.30. Τηλ.: 213- 0885700. Σκηνικά: Κέννυ ΜακΛέλλαν. Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ. Μάσκες: Μάρθα Φωκά. Φωτισμοί: Παναγιώτης Λαμπής. Τους ρόλους ερμηνεύουν: Αρκάδιος Ρακόπουλος (Κ. Χρηστομάνος), Θεοδώρα Μπάκα (Βεργινία), Γιάννης Καλύβας (Νίκος), Στελίνα Αποστολοπούλου (Λιόλια), Τζούλια Σουγλάκου (θεία Ελέγκω), Σοφία Κυανίδου (κυρα-Ευρυδίκη), Λυδία Αγγελοπούλου (κυρα-Δημήτραινα). Τιμές: 15-25€.
