Οταν ο κωμικός ηθοποιός και σεναριογράφος Τζόρνταν Πιλ πέρασε στον χώρο της σκηνοθεσίας, καινοτόμησε επενδύοντας στο είδος του τρόμου με την ταινία «Τρέξε!» (2017). Αντιπαραθέτοντας την κωμωδία στον τρόμο, κατάφερε να δημιουργήσει ένα πρωτοφανές κινηματογραφικό υβρίδιο κατάλληλο για την έκθεση των λεπτών αποχρώσεων ενός ρατσισμού που συνεχίζει να επιβιώνει βαθιά στην ψυχή της αμερικανικής κοινωνίας.
Με παρόμοιο τρόπο στη δεύτερη ταινία του «Εμείς» (ήδη προβάλλεται στις αίθουσες), ο Πιλ χειρίζεται πάλι περίπλοκα ψυχολογικά θέματα που αφορούν όμως περισσότερο τη σύγχρονη κοινωνία και λιγότερο το άτομο.
Μέσα από την ιδέα του τρόμου που μπορεί να προκαλέσει ο «σωσίας», η ταινία καταπιάνεται με μια πολύ μεγαλύτερη εικόνα της σημερινής πραγματικότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες και το τίμημα που οφείλει η Δύση στις μειονότητες και τους πληθυσμούς που εκμεταλλεύτηκε ανά τους αιώνες και τώρα εμφανίζονται στη συνείδηση των προνομιούχων σαν εφιαλτικές σκιές.
• Ποια είναι η αφετηρία της ταινίας σας;
Ο φόβος μου για τους σωσίες. Από μικρός είχα τον φόβο πως θα δω τον εαυτό μου στην απέναντι πλατφόρμα του μετρό και ανατρίχιαζα ώς το μεδούλι. Οταν άρχισα να σκέφτομαι την ταινία, φαντάστηκα μια ολόκληρη οικογένεια από σωσίες, κάτι που άνοιγε καινούργιες προοπτικές και που δεν είχα δει στο πάνθεο ταινιών για σωσίες. Είμαστε εξοικειωμένοι με την ιδέα της «σκιάς» στην ψυχολογία του ατόμου. Πώς όμως εφαρμόζεται αυτή σε ομαδικό επίπεδο;
• Πιστεύετε ότι η Αμερική βιώνει τον φόβο της «σκιάς»; Αναφέρομαι ειδικά στην αρχή της ταινίας, πριν ακόμα συμβεί κάτι συγκεκριμένο, όπου υπάρχει διάχυτος ο φόβος.
Η ταινία αναφέρεται στους ομαδικούς μας δαίμονες. Ποια είναι η σκιά όλων μας, του «εμείς»; Και ναι, με ενδιέφερε να δω την ταινία σαν κοινωνικό σχόλιο γύρω από τη διχοτόμηση των Ηνωμένων Πολιτειών χρησιμοποιώντας εικόνες από το φωτεινό μέρος αυτής της δυαδικότητας -εικόνες που δείχνουν ελπίδα και μια προνομιακή ζωή- έτσι ώστε στο τέλος να ανατραπεί ο μύθος της «καλής» Αμερικής.
Τα προνόμια που εμείς οι Αμερικανοί απολαμβάνουμε είναι χτισμένα πάνω σε βιαιοπραγίες και στον πόνο ανθρώπων που υπέφεραν και υποφέρουν για χάρη μας. Κι όμως είμαστε μια χώρα που έχει την τάση να κατακρίνει άλλες.
Οι ταινίες μου μιλούν για την ανθρώπινη ψυχολογία που δεν περιορίζεται μόνο στην Αμερική, ωστόσο αντλώ βιωματικές εικόνες, όπως τη διαφήμιση «Hands Across America» που στη δεκαετία του ’80 μάς έλεγε πως αν ενώναμε τα χέρια μας θα σταματούσαμε την πείνα. Πρόκειται για μια τρομακτική ιδέα, που με κάνει να αναρωτιέμαι αν πραγματικά θέλει να δώσει λύση στο πρόβλημα ή να το καλύψει.
• Πώς σκηνοθετήσατε τη Λουπίτα Νιόνγκο στον ρόλο της σωσία, ειδικά όσον αφορά τις ιδιαίτερες κινήσεις και φωνή του χαρακτήρα.
Δεν ήθελα να δημιουργήσω μια συλλογική εικόνα για την οικογένεια-σωσία, αλλά να δώσω ειδικό χαρακτήρα με ιδιαιτερότητες στον καθένα. Αρχισα με την ιδέα της κατσαρίδας, γιατί με τρομάζει πολύ. Μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη, η οποία είναι γεμάτη από μεγάλες κατσαρίδες που κυκλοφορούν στους τοίχους.
Θυμάμαι μια φορά που μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου και είδα τέσσερις στον τοίχο, οι οποίες, μόλις έκανα ένα βήμα, σκόρπισαν. Για την αισθητική και κινησιολογία του σωσία της λοιπόν είχα στον νου την εικόνα μιας… βασίλισσας κατσαρίδας. Ηθελα να ενσαρκώσει μια βασιλική και καλλιεργημένη… κατσαρίδα.
• Πείτε μας για τον συνδυασμό κωμωδίας και τρόμου που υπάρχει και στις δύο ταινίες σας.
Πιστεύω πως συνδέονται τα δύο αυτά είδη στενά –σαν σωσίες! Ο τρόμος βρίσκεται στον αντίποδα της κωμωδίας. Και τα δύο έχουν να κάνουν με τον ρυθμό και την αλήθεια.
• Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας;
Εχω μια συλλογή από εικόνες, ιδέες, πράγματα που θα ήθελα πολύ να δω. Οι επιλογές μου απορρέουν από μια συνδυαστική διαδικασία του ενστίκτου και του νου. Οταν περιλαμβάνονται και τα δύο αυτά, τότε έχεις κάτι που δουλεύει καλά.
Η αίσθηση που έχω για την κοινωνία έχει σίγουρα σχέση με την τηλεόραση. Μεγάλωσα με την ιδέα ότι η τηλεόραση σαπίζει το μυαλό, που δεν αποκλείεται, ωστόσο μου έχει προσφέρει πολύ υλικό, πραγματικό ή φανταστικό, αλλά νομίζω και μια γενικότερη αίσθηση της ανθρωπότητας. Εξάλλου όταν αυτοσχεδίαζα παίζοντας κωμωδία, έμαθα να ακούω. Το να ακούς είναι πιο σημαντικό από το να μιλάς. Οι ταινίες μου είναι αποτέλεσμα των ακουσμάτων μου.
• Πείτε μας για τη μετάβασή σας από ηθοποιό σε σκηνοθέτη;
Η σκηνοθεσία και οι ταινίες τρόμου είναι το πάθος μου από τότε που ήμουν έφηβος. Μάλιστα νομίζω ότι ήταν τόσο σημαντικό για μένα που δεν το τόλμησα. Φοβόμουν να αποτύχω. Να κάνω μια ταινία που δεν θα μπορούσα να υποστηρίξω. Αρχισα λοιπόν με την κωμωδία που αγαπούσα επίσης και που έδινε πιο άμεσα αποτελέσματα –πετυχαίνεις το γέλιο ή όχι και συνεχίζεις. Πριν από περίπου 8-10 χρόνια πήρα όμως τη συνειδητή απόφαση να αλλάξω σταδιοδρομία.
• Σκηνοθετείτε επίσης την καινούργια εκδοχή της κλασικής σειράς «Twilight Zone». Τι να περιμένουμε;
Ολα τα επεισόδια είναι νέες ιστορίες. Παρ’ όλα αυτά είναι τρομακτικό το εγχείρημα γιατί καλούμαι να πάρω τη θέση του μεγάλου Ροντ Σέρλινγκ. Τα τελευταία χρόνια ακούω πολλούς να λένε «αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι στο Twilight Zone», πράγμα που για μένα είναι σημάδι ότι ίσως ο κόσμος έχει ανάγκη μιας νέας παραβολής.
• Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
Απλώς ο φόβος του θανάτου.
