Ο Ρούφου έχει σταματήσει να μιλά. Συμπεριφέρεται σαν κατατονικός. Ενας 24χρονος γέρος από τη Μπουρκίνα Φάσο στο χιονισμένο Βερολίνο. Κάθεται σ’ ένα παγκάκι από το οποίο δεν έχει καν σκουπίσει το μουσκεμένο χιόνι. Κοιτάζει με απλανές βλέμμα και μουρμουρίζει «tutto e finito» («όλα έχουν τελειώσει»).
Ο Ρούφου έχει φτάσει στη Γερμανία μέσω Ιταλίας. Και στην Ιταλία μέσω Λιβύης, μαζί με άλλους «άντρες με μαύρο χρώμα δέρματος» που είχαν βρει δουλειά στη χώρα του Καντάφι. Οταν αυτός ανατράπηκε από τους «καλούς», οι «ξένοι» στοιβάχτηκαν σε βάρκες. Από τους 800, πνίγηκαν οι 550. Σαράντα Αφρικανοί από εκείνους που διέσχισαν τη Μεσόγειο, έστησαν αντίσκηνα στη βερολινέζικη πλατεία Οράνιεν. Για να είναι ορατοί. Ζητούσαν δουλειά. Μαζί ο μοναχικός Ρούφου.
Μετά από μήνες οι αρχές ξήλωσαν τα πάντα και τους έκρυψαν σε ένα παλιό Γηροκομείο στα προάστια κι αργότερα σε μια μακρινή δομή φιλοξενίας. Πρόσφεραν μαθήματα γερμανικών. Μέχρι που ετοιμάστηκαν τα έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία όφειλαν να επιστρέψουν στη χώρα της πρώτης εισόδου τους στην Ευρώπη.
Ομως ο Ρούφου κρατούσε το κεφάλι του κραυγάζοντας σαν αγρίμι, οπότε τον έστειλαν στο ψυχιατρείο. Εκεί τον «θεράπευσαν» με χάπια-δηλητήριο για μανιακούς. Κι έπειτα τον άφησαν έξω με τα χαρτιά του και τα χάπια στην τσέπη, χωρίς δεκάρα, ούτε κάρτα ασφαλιστικής κάλυψης, αφού με βάση τη Συμφωνία Δουβλίνο ΙΙ δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει άσυλο στη Γερμανία.
Τότε ήταν που ξανάπεσε πάνω του εκείνος ο συνταξιούχος καθηγητής από το προάστιο. Τον συνόδεψε στο ιατρείο. Είπε θα πληρώσει εκείνος. «Τι νιώθεις;» τον ρώτησε η ψυχίατρος. Και κατάλαβε. Εβαλε ένα καθρεφτάκι στο στόμα του. Ο Ρούφου είχε μια τεράστια τρύπα σε ένα δόντι. Ο πόνος που ένιωθε ήταν ανείπωτος. Με ένα σφράγισμα έγινε άλλος άνθρωπος. Διότι του έκαναν τη σωστή ερώτηση…
Αραγε μπορούμε στην Ελλάδα του Λουκμάν και του Εμπουκά να καταλάβουμε κάτι παραπάνω για τους πρόσφυγες μέσα από τη λογοτεχνία;
Από τις αρχές του 1990 και ξανά μετά το 2004, σημαντικοί Ελληνες συγγραφείς έστρεψαν τον φακό τους στις μεταναστευτικές ροές και εμβάθυναν στο ζήτημα της ετερότητας και σε ό,τι αυτή συνεπάγεται για τους «Αλλους» και για «Εμάς». Τώρα όμως, παράλληλα με τη σαρωτική επικαιρότητα γύρω από την προσφυγική εμπειρία, κυκλοφορούν στα ελληνικά και οι Περαστικοί.
Είναι το περίφημο μυθιστόρημα της Γερμανίδας Τζέννυ Ερπενμπεκ που κατάφερε να ενοχλήσει τους Δυτικοευρωπαίους και τους Αγγλοσάξονες (εκδ. Καστανιώτης, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης). Τους ταρακούνησε καταδεικνύοντας ανάγλυφα την τραγωδία των προσφύγων και των μεταναστών από τις χώρες του Νότου και της Μέσης Ανατολής. Και κυρίως τους έκανε να ντραπούν.
Εξέθεσε τον υποκριτικό ορθολογισμό των συνθηκών και των νόμων που κλείνουν τα σύνορα της Ευρώπης. Εξέθεσε τη Γερμανία, που κανοναρχεί την Ευρώπη και στριμώχνει χρεωμένες χώρες να αναλαμβάνουν ρόλο χωροφύλακα για χάρη της Ε.Ε. Εξέθεσε τα ελιτίστικα δυτικά στερεότυπα και την προτεσταντική ηθική που οχυρώνονται πίσω από μια άκαμπτη γραφειοκρατία και απορρίπτουν κάθε εκδήλωση ανθρωπισμού ή αλληλεγγύης απέναντι στους πρόσφυγες.
Η Ερπενμπεκ γεννήθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο το 1967. Γνωρίζει ότι τα σύνορα της χώρας της επανασχεδιάστηκαν αρκετές φορές τα τελευταία διακόσια χρόνια και μετά την ενοποίηση της Γερμανίας ένιωσε αρκετές φορές τι σημαίνει να ζεις στην ανάποδη μεριά της Ιστορίας. Το νιώθει και ο πρωταγωνιστής στους Περαστικούς, ο Ρίχαρντ, συνταξιούχος φιλόλογος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Χούμπολτ, που παίρνει μικρότερη σύνταξη επειδή ξεκίνησε την καριέρα του στην Ανατολική Γερμανία.
Χήρος χωρίς παιδιά, ο Ρίχαρντ θα βρει νόημα στη ζωή του μέσα από την ψυχολογική και πρακτική υποστήριξη προς τους πρόσφυγες που θα γνωρίσει στο παλιό Γηροκομείο. Στην αρχή θα τους αφουγκραστεί ως υλικό κοινωνιολογικής έρευνας. Επειτα θα μοιραστεί με ορισμένους κάποιες αγαπημένες του συνήθειες -όπως το να ακούει συμφωνική μουσική.
Στη συνέχεια θα παρακολουθήσει την ανοιχτή καθημερινότητά τους, εκτεθειμένη σε όλα τα ρεύματα, και θα δείξει κατανόηση όταν θα κάνει φτερά από το σπίτι του το δαχτυλίδι της μάνας του. Ωσπου τελικά εκείνοι θα τον βοηθήσουν να συμφιλιωθεί με τις ενοχές του και να επαναπροσανατολιστεί. Και, ναι, θα τους δώσει κατάλυμα στο σπίτι του!
Η συγγραφέας θα προχωρήσει ωστόσο πέρα από τον ωμό ρεαλισμό και τη μεταστροφή του Ρίχαρντ, θέτοντας κρίσιμα ιστορικά, πολιτικά, ηθικά και φιλοσοφικά ερωτήματα. Ωσπου το επίσημο ευρωπαϊκό αφήγημα θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Και θα φανερωθεί η ξενοφοβία του Δυτικοευρωπαίου, οι επιβιώσεις της αποικιοκρατικής νοοτροπίας, τα πολλά πρόσωπα της εκμετάλλευσης, ο εκφυλισμός της έννοιας της προόδου, αλλά και -σε πείσμα όλων αυτών- η ανανεωτική δυναμική της συνύπαρξης με τους μετανάστες.
