ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα κομπολόι με πολλές χάντρες είναι η ζωή. Λευκές οι πολλές, μονότονες. Οι χρωματιστές ανάμεσα, αραιά και πού, είναι οι γιορτές. Οι λαμπερές –λιγότερες αυτές– είναι οι γιορτές που μένουν, που τις θυμάσαι, που είχαν κάτι που η μνήμη συγκράτησε, απαθανάτισε. Το έχτισε στο οικοδόμημά της για την υπόλοιπη ζωή.

Τα κουβεντιάζαμε αυτά κάποτε σε φιλόξενο σπίτι των Εξαρχείων. «Να χτίζουμε μνήμες, να τις έχουμε όταν θα τις χρειαστούμε…» έλεγα. Μεγάλη συντροφιά… προβεβηκότων, και δυο νέοι: ο γιος της οικογένειας με το κορίτσι του. Παρακολουθούσαν, αλλά κάποτε, καθότι νέοι, σηκώθηκαν. «Για πού το βάλατε, παιδιά;» ρώτησα. «Πάμε να χτίσουμε μνήμες!» απάντησε το αγόρι.

Μνήμες εορτών. Βίος ανεόρταστος μακρή οδός απανδόκευτος (χωρίς πανδοχείο) λέει ο Δημόκριτος. Θυμάμαι μια Καθαρή Δευτέρα, χρόνια πολλά πριν. Σηκωθήκαμε το πρωί από στρωματσάδα (αυθαίρετο καμαράκι στη Βάρη, καμιά δεκαριά νοματαίοι, μάχιμοι και γυναικόπαιδα).

Εξω το ’χε στρώσει, χιόνι. Μετά τους καφέδες, μπήκαν οι γυναίκες στο κουζινάκι (εναλλάξ, τόσο μικρό ήταν) κι έπιασαν τους μεζέδες, για την πιο… πρόστυχη νηστεία που ανακάλυψε ο άπληστος άνθρωπος· τη νηστεία της Καθαροδευτέρας που ο θεός να την κάνει νηστεία· τριάντα οχτώ (38) διαφορετικά πιάτα μετρήσαμε σε κείνο το τραπέζι.

Εντέλει μαζευτήκαμε καμιά εικοσιπενταριά· άγνωστο πού χώρεσαν! Ανάμεσά τους και νεαρός, μακρινός συγγενής, με αναδιπλούμενη κασετοθήκη (δίνανε και παίρνανε τότε οι κασέτες), με άπαντα τα ευρισκόμενα σκυλάδικα, στα πρόθυρα της λύσσας. «Κάτι άλλο;», ρώτησε χαριτωμένα η γυναίκα μου.

«Σαν τι άλλο;», απάντησε ο κυνόφιλος. «Ε, κανένας Τσιτσάνης… Κανένας Βαμβακάρης…», έσερνε παρακλητικά τη φωνή της. Εκπληκτος ο… κυνωδός: «Τσιτσάνης; Σιγά μη σου βάλουμε και Μπαχ!». Ούτω πώς εγεννήθη το πρώτο της ζωής μου χρονογράφημα. Μια χιονισμένη Καθαροδευτέρα στη Βάρη…