Αναφερόμουν σε καθαροδευτεριάτικο σημείωμα προ διετίας στα γκρίφια, τους λόφους, τα νταμάρια και τις απότομες ανηφοριές του Γαλατσίου. Την εποχή που μεγάλωνα υπήρχαν ελάχιστες πολυκατοικίες κι οι συνθήκες προσφέρονταν ιδανικά για το πέταγμα των χαρταετών. Ξεκινούσαμε να τους αμολάμε περί στα Φώτα και σταματούσαμε μετά του Θωμά. Μαζί τους αιθεροβατούσαν στα επουράνια τα όνειρά μας και τα κατακτούσε η φαντασία μας.
Εξασφαλίζαμε «μάνες» στα γειτονικά ξυλουργεία, από πήχεις χωρίς ρόζους, για να ’ναι ανθεκτικές. Γυαλιστερές, χρωματιστές κόλλες βρίσκαμε πάμφθηνα στα χαρτοπωλεία. Για «ουρές» επιστρατεύαμε τις εφημερίδες· η πιο φευγάτη από τις δεκάδες χρήσεις τους. Το ακριβότερο αξεσουάρ του εγχειρήματος ήταν ο σπάγκος. Οι γιαγιάδες μας, που άλλοτε καταγίνονταν με τη ρόκα, είχαν γνώση και υπομονή να ξεμπλέκουν τις «μπερδεψούρες» και σιγά σιγά αποκτούσαμε περίσσευμα. Η Καθαρά Δευτέρα αποτελούσε την πιο ξεχωριστή μέρα. Πετούσαμε τους καλύτερούς μας αετούς, φτιαγμένους ειδικά για την περίσταση με «σκουλαρίκια», με «σβουριχτάρια» και με τα όλα τους.
Τρέχαμε νωρίς νωρίς να πιάσουμε τις κατάλληλες θέσεις και, αν φυσούσε ικανοποιητικά, οι χάρτινοι πύργοι μας μεσουρανούσαν μετ’ ολίγον στα νεφοκάτωφλα των οριζόντων. Οσοι ασχολούνταν περιστασιακά με το σπορ, ιδίως συμμαθητές που επιχειρούσαν να απογειώσουν αγοραστές, ρομβοειδείς κατασκευές παρέα με τους πατεράδες τους, αδυνατούσαν να μας συναγωνιστούν. Καμαρώναμε ως αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι της θολούρας του θόλου, απολαμβάνοντας την ηδονή να βλέπουμε τα πετούμενά μας ψηλότερα απ’ όλων των άλλων. Οταν οι αετοί σταθεροποιηθούν στο ύψος τους, το αμόλημά τους καταντά ανιαρό. Εφευρίσκαμε, λοιπόν, ποικίλους τρόπους να διασκεδάζουμε τη μονοτονία. Τα περίφημα «γράμματα» ήταν ένας από αυτούς. Σελίδες τετραδίου με μηνύματα θριάμβου και μια τρύπα στη μέση τοποθετούνταν χαμηλά στο κορδονέτο και τα ρεύματα του ανέμου τις μετέφεραν στα ζύγια. Σπάγαμε πλάκα με το σκερτσόζικο φουρφουρητό τους.
Οι πιο μοβόροι κάρφωναν κομμένα ξυραφάκια στις απολήξεις της οριζόντιας «μάνας» και προσπαθούσαν με επιδέξιες κινήσεις να ρίξουν στο έδαφος ή σε κολόνες της ΔΕΗ τα αθύρματα που πλησίαζαν το δικό τους. Οι αλιτήριοι κατέφευγαν στα «κρεμαστάρια». Εδεναν δυο κοτρόνια με λεπτό σκοινί και τα πετούσαν πάνω στον σπάγκο του επιλεγμένου θύματος. Μην μπορώντας να κουμαντάρει το πέταγμα του αετού του εκείνο, δοκίμαζε να τον απελευθερώσει από το ανεπιθύμητο βάρος και τότε οι ζαβολιάρηδες έκοβαν την πετονιά του.
Ιδεάζομαι ότι το κόλπο μετέρχονται και οι παροικούντες την Κουμουνδούρου προκειμένου να καθηλώσουν με την πλάτη στο χώμα τα μικρότερα κόμματα. Εφτιαξαν «κρεμαστάρια» με συμπαγές υλικό την Ελενα Κουντουρά και τον Βασίλη Κόκκαλη για να διακόψουν την αιώρηση των ΑΝ.ΕΛΛ. Ομοίως με τον Σπύρο Δανέλλη και την Κατερίνα Παπακώστα. Αποπειράθηκαν επίσης να χειραγωγήσουν με «γέφυρες» το αβέβαιο πέταγμα της Κεντροαριστεράς. Φρονώ ότι πασχίζουν εις μάτην. Κρεμαστάρια κάνει η αλεπού όσα δεν φτάνει, λέει ο σοφός λαός.
