«Μαδάρες μου Χανιώτικες, κορφή του Ψηλορείτη και λασιθιώτικα βουνά, γεια σου παντέρμη Κρήτη»… Ο παππούς του ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του. Ο προπαππούς του κι ο αδελφός του παππού του επίσης. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε κι εκείνος…
Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο Κρήτης το 1946. Ογδοο παιδί του Αλκιβιάδη Σκουλά, με το παρατσούκλι Γρυλλιός, που ήταν γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων. Μια λύρα, μια φωνή με ηχώ αιώνων πίσω της και ένας δεκαπεντασύλλαβος ηλικίας τριών χιλιάδων χρόνων, συνθέτουν τον Κρητικό λυράρη Βασίλη Σκουλά, που αυτοβιογραφείται απόψε στο «Μονόγραμμα» που μεταδίδει στις 19.30 η ΕΡΤ 2. Τη σκηνοθεσία αυτού του επεισοδίου υπογράφει ο Στέλιος Σγουράκης με παραγωγό πάντα τον Γιώργο Σγουράκη. Τη δημοσιογραφική επιμέλεια είχαν οι Νέλλη Κατσαμά και Ιωάννα Κολοβού, η φωτογραφία είναι του Στάθη Γκόβα, η ηχοληψία του Νίκου Παναγοηλιόπουλου και του Λάμπρου Γόβατζη και το μοντάζ του Σταμάτη Μαργέτη.
Το ταλέντο του Βασίλη Σκουλά φάνηκε νωρίς. Σε ηλικία 8-9 χρόνων είχε μάθει ήδη πολλά τραγούδια παραδοσιακά, που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως είδε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα. Αρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού.
«Η λύρα για μένα είναι προέκταση της ψυχής μου –εξομολογείται– και κατά καιρούς αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μ’ ένα τέτοιο όργανο. Από πολύ μικρός σαν να ήτανε μέσα μου αυτό το άκουσμα και μου χτυπούσε καμπανάκι, με συγκινούσε και με ανατρίχιαζε η αρμονία, οι μελωδίες, το μερακλίκι, η καλλιφωνία, η ωραία μαντινάδα, ο χορός, η κίνηση, η γλώσσα του σώματος. Αυτά όλα ήτανε πράγματα που με συγκινούσανε και μ’ ευχαριστούσανε και με μερακλώνανε…»
Η πρώτη του δισκογραφική εμπειρία ήταν το 1965 με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Θανάση Σταυρακάκη, μια ηχογράφηση σε μικρό δίσκο, με ανωγειανές κοντυλιές και μαντινάδες. Ακολούθησε, χρόνια μετά, ένας δίσκος με μαντινάδες του Ελευθερίου Βενιζέλου και ριζίτικα που έγινε ανάρπαστος. Αρχισαν οι συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία στους απανταχού Ελληνες και δη Κρητικούς. Ο γάμος του στην Αμερική με τη Χρυσάνθη Σαριδάκη. Δυο παιδιά και δυο εγγόνια με διαγνωσμένο μουσικό ταλέντο είναι το καμάρι του σήμερα πια. Το 1980 ήρθε η πρόσκληση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο να συνεργαστούν σε συναυλίες και εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, με πρώτη εκδήλωση στο Ηράκλειο, στο Μαρτινέγκο, στον τάφο του Καζαντζάκη με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και αφηγητή τον Μάνο Κατράκη.
Συνεχίζει με μια σειρά από εμφανίσεις στην Αθήνα στο θέατρο «Παρκ» στο έργο «Καφενείον η Ελλάς» και τον θίασο του Γιάννη Βόγλη με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Γιάννη Κούτρα, τη Λιζέτα Νικολάου, την Αφροδίτη Μάνου, στη θεατρική παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» στην Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό. Η πορεία στο έντεχνο πια τραγούδι συνεχίστηκε με σημαντικές συνεργασίες, όπως με τον Μιχάλη Νικολούδη στο μουσικό έργο «Αιολία», τον Μάριο Τόκα, τον Παντελή Θαλασσινό. Τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο επίσης, που μελοποίησε ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, που τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς και η Μαρία Δημητριάδη.
