ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ δεν φημίζεται για τη γαλαντομία του. Κι όμως, πριν από κάμποσα χρόνια, το 2010, μας έκανε με μια ταινία και κάμποσες δηλώσεις, έστω και ελαφρώς γριφώδεις, μεγάλες ρεβεράντζες. Εμείς τότε ήμασταν μέσα στην κρίση με τα μπούνια, δαχτυλοδεικτούμενοι από όλη την Ευρώπη.

Αυτός γύριζε μια ταινία στη Μεσόγειο, πάνω στο κρουαζιερόπλοιο Costa Concordia, για να μιλήσει με τον δικό του τρόπο, μην τον πιάσουμε τώρα, για τα πολιτικά, ηθικά, οικονομικά και ιδεολογικά αδιέξοδα του κόσμου μας.

Η Ελλάδα κούμπωσε με την ταινία, «Film Socialisme» τη λέγανε. Για πολλούς λόγους, άλλους εξηγήσιμους, άλλους όχι. Για παράδειγμα, ο Γκοντάρ ακύρωσε τελευταία στιγμή την άφιξή του στις Κάνες, Μάιο του 2010, επικαλούμενος με επιστολή του στη «Λιμπερασιόν» «προβλήματα ελληνικού τύπου» (μπορεί και να ήθελε να πει, «άλλοι πεινάνε, άλλοι ζούνε στη χλίδα και τα κόκκινα χαλιά»).

Στη συνέχεια, κάνοντας μετά από γενική απαίτηση πιο λιανά τη δήλωσή του, είπε ότι οι Ελληνες, δηλαδή εμείς, θα μπορούσαμε να απαιτήσουμε από την ανθρωπότητα εκατομμύρια εκατομμυρίων για τα πνευματικά δικαιώματα των αρχαίων συγγραφέων! Η Ελλάδα ήταν παρούσα και στην ίδια την ταινία, τόσο στους αρχικούς της τίτλους («Alexander the Great» διάβαζε κανείς, αλλά και «ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος», στα ελληνικά το τελευταίο) όσο και στο κυρίως σώμα της, όπου αναφερόταν γκονταριστί ως Hell As (Kόλαση Οπως).

Ενθουσιασμένος ο τότε υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος έστειλε στον σκηνοθέτη ένα ευχαριστήριο γράμμα. Και όλοι μαζί οι ένδοξοι Ελληνες κάναμε γαργάρα τον τρόπο με τον οποίο του είχε φερθεί η ελληνική πολιτεία-γραφειοκρατία, όταν ζητούσε να γυρίσει κάποιες σκηνές του «Film Socialisme» εδώ. Σε ένα αρχαίο θέατρο στην Πελοπόννησο. Που το είχε βρει! Και του άρεσε.

Η άδεια δεν δόθηκε ποτέ, τίποτα το περίεργο, τουλάχιστον για τα χρόνια εκείνα τα παλιά, πριν τον Κρέτσο και τον Παππά. Ο Γκοντάρ αρκέστηκε για την ταινία-κρουαζιέρα του να τραβήξει κάποια γενικά πλάνα του λιμανιού του Πειραιά από τη θάλασσα. Πάλι καλά.

Αυτήν την ωραία ιστορία μάς τη θύμισε μια πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη ταινία, που συμμετέχει στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (1-10 Μαρτίου). Λέγεται «Film Catastrophe» (εμφανές το παιχνίδι με τον τίτλο του Γκοντάρ) και την υπογράφει ένας στενός συνεργάτης του μεγάλου Γάλλου, που έχει ελληνικό επώνυμο: ο Πολ Γρίβας, σκηνοθέτης, διευθυντής φωτογραφίας, μοντέρ και συνθέτης. Είναι γιος του διευθυντή φωτογραφίας, δημοσιογράφου και συνεργάτη μεγάλων φεστιβάλ, Αλέξη Γρίβα.

Δικό μας παιδί, κι ας μην ξέρει καλά ελληνικά κι ας ζει στο εξωτερικό. Εχοντας μοιραστεί από πολύ κοντά όλη την περιπέτεια του «Film Socialisme» αποφάσισε κάποια στιγμή, και καλά έκανε, να φτιάξει μια δική του ταινία, ένα μοντέρνο, ψαγμένο making off. «Ενα πορτρέτο του Γκοντάρ επί το έργον», όπως το λέει ο ίδιος.

Είχε πολλά να μας πει και να μας εξηγήσει για την απόλυτα γοητευτική, παιχνιδιάρικη αλλά και τόσο σκεπτόμενη ταινία του. Είχαμε και μία τουλάχιστον αδιάκριτη ερώτηση να του κάνουμε.

• Ποια είναι ακριβώς η σχέση σας με τον Γκοντάρ; Σας αναφέρουν ως «ανιψιό» του. Ετσι είναι;

Ναι, είναι σωστό. Ο Ζαν-Λικ είναι αδελφός της μητέρας μου, της Βερονίκ. Η οικογένεια Γκοντάρ αποτελείται από τέσσερα αδέλφια. Είναι μία προτεσταντική οικογένεια που έζησε ανάμεσα σε Ελβετία και Γαλλία. Οσο για τη μητέρα μου, οι δικές της διαδρομές την έφεραν στο Μεξικό, την Ελλάδα και τη Νέα Υόρκη.

Είναι μια οικογένεια δεμένη αλλά όχι πολύ συνδεδεμένη, μικρή σε μέγεθος και χωρίς οικογενειακές συναθροίσεις, χωρίς ρεβεγιόν, τίποτα τέτοιο, αλλά αυτό ποτέ δεν ήταν πρόβλημα. Ετσι, η σχέση που κατέληξα να έχω με τον Ζαν-Λικ, δημιουργήθηκε δουλεύοντας στις ταινίες του. Ξεκίνησα μαζί του το 2002, όταν ετοίμαζε την ταινία «Notre Musique», που τη γύρισε στη Βοσνία.

Ηδη δούλευα στον κινηματογράφο αλλά δεν είχα ξανασυνεργαστεί μαζί του. Αλλωστε, ποτέ δεν χρησιμοποίησα το όνομά του ή δεν του ζήτησα να με βοηθήσει για να μπω στον κόσμο του κινηματογράφου. Αυτός ήταν που θυμήθηκε ότι είχε έναν ανιψιό ταξιδευτή, που είχε πάει πολλές φορές στο Σεράγεβο από το 1996, που μιλάει πολλές γλώσσες, που είναι κινηματογραφιστής. Και είπε: «Για δες, θα του ζητήσω να μας βοηθήσει». Eτσι, ενσωματώθηκα στην ομάδα παραγωγής του και συνέχισα να δουλεύω μαζί του και στις επόμενες ταινίες του.

• Στη διάρκεια του γυρίσματος ήσασταν, βέβαια, πάνω στο Costa Concordia. Ποια ακριβώς ήταν η δουλειά σας στην ταινία;

Για το «Film Socialisme», την πρώτη ταινία που γύρισε αποκλειστικά με ψηφιακά μέσα, ο Γκοντάρ προτίμησε ένα πολύ ελαφρύ συνεργείο. Δεν ήμασταν παρά μόνο τέσσερα άτομα από την αρχή μέχρι το τέλος. Τα κάναμε όλα: οργανώσαμε το κάστινγκ και τα ταξίδια, κάναμε ό,τι έρευνα χρειαζόταν, με λίγα λόγια όλη τη δουλειά της παραγωγής. Οταν ξεκίνησε το γύρισμα πάνω στο πλοίο Concordia, είχε ο καθένας μας διαφορετικό τύπο κάμερας και γυρίσαμε όλοι μας σκηνές, γράψαμε ήχο, μέχρι που παίξαμε και ρόλους! Ο δικός μου μικρός ρόλος ήταν ενός Ιρανού διπλωμάτη.

Ο Γκοντάρ, εκτός από τις σκηνές με τους ηθοποιούς, που τις γύριζε με μεγάλη ακρίβεια, είχε δώσει σε όλους μας «ελευθέρας» για να γυρίζουμε πάνω στο πλοίο κάθε είδους εικόνα. Μας έδινε ασαφείς, φλου οδηγίες για το τι ήθελε και εμείς, όπως άλλωστε και οι ηθοποιοί, ήμασταν ελεύθεροι να γυρίσουμε εικόνες που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν την ταινία και να του δώσουν συμπληρωματικές ιδέες.

Μπορεί κανείς να πει ότι αυτή η μικρή μονάδα παραγωγής, ένα είδος «σοσιαλιστικής κοοπερατίβας εικόνας και ήχου», ήταν φτυστή η εικόνα, το ίδιο το μοντέλο της ταινίας που γυρίστηκε. Αλλωστε, αν δείτε τους τίτλους της, δεν θα βρείτε καμιά ιεραρχία, αναφέρονται όλα τα πρόσωπα αλλά χωρίς συγκεκριμένη λειτουργία. «Ολοι μέσα στο ίδιο καράβι είμαστε», σαν να ’θελε κάτι τέτοιο να πει…

• Είχε και μια ελληνική πινελιά η ταινία του Γκοντάρ ή μήπως είναι ιδέα μας;

Η πρώτη μου αποστολή για το «Film Socialisme» ήταν ακριβώς να βρω ένα αρχαίο θέατρο, που να έχει θέα στη Μεσόγειο, ένα από τα κλειδιά της ταινίας. Θα γυριζόταν εκεί μια σεκάνς του φιλμ. Η αποστολή αυτή μού πήγε γάντι, γιατί την εποχή εκείνη ήμουν στην Ελλάδα.

Διέσχισα, λοιπόν, πάνω-κάτω την Πελοπόννησο και έπεσα πάνω στο αρχαίο θέατρο της Αιγείρας στην Αχαΐα, όπου γύρισα μερικές σκηνές. Αλλωστε, σε όλη τη διάρκεια προετοιμασίας και γυρίσματος του «Film Socialisme» ο Γκοντάρ παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον την αδικία της λεγόμενης «ελληνικής κρίσης». Και νομίζω ότι η ταινία αναφέρεται σ’ αυτήν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, όπως το HELL AS…

• Πότε σας ήρθε η ιδέα να κάνετε μια δική σας ταινία πάνω στο «Film Socialisme»;

Πολύ καιρό μετά την εμπορική διανομή του. Στο γύρισμα είχαμε όλοι μας πολλά πράγματα να κάνουμε για να μας περάσει από το μυαλό η ιδέα μιας ταινίας πάνω στην ταινία. Ημασταν απόλυτα συγκεντρωμένοι.

Αλλά όταν τελείωσε το φιλμ του Γκοντάρ, άρχισα να βλέπω και να παίζω με τις εικόνες που είχα τραβήξει στη διάρκεια του γυρίσματος, με τον ίδιο τρόπο που το κάνω με τις δεκάδες σκληρούς δίσκους γεμάτους από εικόνες που γυρίζω αποκλειστικά για μένα. Αρχισα, λοιπόν, να βλέπω τις κακές λήψεις που πετάχτηκαν, τις σκηνές που η κάμερα συνέχιζε να τραβά κι ας είχε ολοκληρωθεί η λήψη, τις πρόβες, τα πειράματα… Με λίγα λόγια, ξαναείδα όλα αυτά τα «ατυχήματα» που σαν από θαύμα, με έναν μαγικό τρόπο, θα μπορούσαν να διηγηθούν την αλήθεια αυτού του τόσο ιδιαίτερου γυρίσματος.

• Με όλο αυτό το υλικό στα χέρια σας είχατε μια συγκεκριμένη ιδέα, ένα ακριβές πλάνο της ταινίας που θέλατε να βγει;

Οχι, δεν ήταν μια προμελετημένη ταινία. Γι’ αυτό ακριβώς ακολούθησε μια μακρά εργασία μοναχικού μοντάζ, που απλώθηκε στον χρόνο, χωρίς παραγωγή, χωρίς καν να είμαι σίγουρος τι θα βγει, αν θα είναι καν ταινία. Και με άπειρα διαλείμματα, κάτι που μου επέτρεψε, όμως, να περάσω μεγάλα διαστήματα σκέψης και αναζήτησης.

Οταν μετά από τρία χρόνια το Concordia ναυάγησε είχα την ιδέα να ανακατέψω τις δικές μου εικόνες από το γύρισμα του Γκοντάρ με αυτές που τράβηξαν οι επιβάτες στη διάρκεια του ναυαγίου και παίχτηκαν τότε παντού, σε όλα τα κανάλια και το ίντερνετ. Χρησιμοποιούσαν άλλωστε κι αυτοί πάνω-κάτω κάμερες ίδιου τύπου με τις δικές μας.

• Επιδιώκατε έναν διάλογο της ταινίας σας με αυτήν του Γκοντάρ; Σας ενδιέφερε να βγει κάτι εντελώς αυτόνομο; Πάντως αυτός λέει τη δική του «Film Socialisme», εσείς «Film Catastrophe».

Θεωρώ ότι οι ταινίες είναι αυτόνομες. Νομίζω ότι μπορεί κανείς να δει και να εκτιμήσει τη δική μου χωρίς αναγκαστικά να έχει δει του Γκοντάρ. Αλλά ναι, αν την έχεις δει, σίγουρα έχει ενδιαφέρον να σκεφτείς πού και πώς βρίσκονται σε διάλογο. Οι όροι «σοσιαλισμός» και «καταστροφή» μπορούν κάλλιστα να αλλάξουν θέση, κολλάνε και στις δύο ταινίες.

Η ταινία του Γκοντάρ, ανάμεσα σε άλλα, λέει με ποιο τρόπο οι δυτικές αξίες μάς οδηγούν σε καταστροφή. Η δική μου διηγείται πώς μια ορισμένη μορφή σοσιαλισμού (το συνεργείο μας, η κοοπερατίβα που σας έλεγα) οδήγησε στη δημιουργία μιας ταινίας. Επίσης, μην ξεχνάτε ότι ο σοσιαλισμός -ή μάλλον η εφαρμογή του που έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα- είναι στις ρίζες όχι και λίγων καταστροφών στον προηγούμενο αιώνα, έτσι δεν είναι;

• Με λίγες λέξεις πώς θα χαρακτηρίζατε την ταινία σας;

Θα την έλεγα ένα «πειραματικό making off με στοιχεία πολιτικής μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ». Αλλά, επειδή όλο αυτό μπορεί και να τρομάζει τους θεατές, ας πω ότι είναι ένα πορτρέτο του Γκοντάρ επί το έργον. Μια ταινία για το πώς γυρίστηκε το «Film Socialisme», αυτό το τεράστιο έργο του Γκοντάρ.

• Πώς δέχτηκε ο Γκοντάρ να τον κάνετε «ήρωα» της ταινίας σας; Θέλησε, ίσως, να ελέγξει το τελικό αποτέλεσμα; Του άρεσε η δουλειά σας;

Μόνο προς το τέλος της μοναχικής δουλειάς μου, όταν το φιλμ είχε σχεδόν τελειώσει, σκέφτηκα να του στείλω ένα dvd, αλλά ποτέ δεν του ζήτησα άδεια να χρησιμοποιήσω αυτές τις εικόνες και κανέναν έλεγχο ή παρέμβαση δεν είχε. Ο Γκοντάρ είναι σχεδόν αδιάφορος για οτιδήποτε γίνεται πάνω στον ίδιο και το έργο του, αλλά παρ’ όλα αυτά η ανταπόκρισή του στην ταινία μου ήταν συγκινητική. Νομίζω ότι τον άγγιξε αυτό το περίεργο και αστείο φιλμ για μια «κρουαζιέρα διακοπών».

Στα γυρίσματα διασκεδάζει σαν μικρό αγόρι

• Είναι συγκινητικό αλλά και σπάνιο για τους πολλούς θαυμαστές του να βλέπουν τον «μύθο» τους επί το έργον. Και βλέπουν έναν Γκοντάρ συμπαθητικό, ευγενικό, ήρεμο, κι ας τον ακολουθεί μια διαφορετική φήμη. Ποιος είναι, τελικά, ο «δικός σας» Γκοντάρ;

Η φήμη του Γκοντάρ είναι ότι παραείναι σοβαρός. Αλλά, αντίθετα, πριν από οτιδήποτε άλλο είναι ένας πολύ αστείος άνθρωπος. Στα γυρίσματα διασκεδάζει σαν μικρό αγόρι και αφήνει ελεύθερο τον εαυτό του να εκπλήσσεται με το κάθε τι. Κάνει συνέχεια αστεία και πλάκες.

Διαβάζει Charlie Hebdo κάθε εβδομάδα κ.λπ. Είναι επίσης πολύ προσεκτικός, ευγενικός και τρυφερός με τους άλλους, ιδιαίτερα με τους ηθοποιούς του, ακόμα και τους λιγότερο ταλαντούχους. Δηλαδή, είναι μίλια μακριά από αυτό που θα μπορούσε ίσως να είναι, ως Γκοντάρ. Ελπίζω ότι η ταινία μου θα δημιουργήσει σε όσους δεν τις έχουν δει την επιθυμία να ανακαλύψουν και τις πιο πρόσφατες ταινίες του, και όχι μόνο τις παλιές. Είναι πραγματικά σπουδαίες.


info: Το ντοκιμαντέρ «Film Catastrophe» παίζεται το Σάββατο 2 Μαρτίου στην αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη» (5 μ.μ.) και την Κυριακή 3 Μαρτίου στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» (13.15).