Ρομαντικής ιδιοσυγκρασίας κατά βάθος –αν σκάψεις τα εσώψυχά τους με γεωτρύπανο– οι λογογράφοι των πολιτικών, αυτοσχεδιάζουν ενίοτε με θύμα την ποίηση. Χώνουν πού και πού, πά’ να πει, στο στόμα του αφεντικού τους αποστάγματα μεγάλων μας ποιητών, ανεξαρτήτως του αν το περιεχόμενό τους κολλάει στην εκάστοτε περίσταση. Απαγγέλλουν οι ηγέτες με στόμφο στροφές, το νόημα των οποίων τους διαφεύγει συχνά, αυταπατώμενοι πως τους επιστρέφεται η αίγλη των δημιουργών τους.
Ιδεάζονται δε ότι τυγχάνει τόσο επιτυχημένη η συνταγή, ώστε αποτολμούν οικεία βουλήσει και με άγνοια κινδύνου να κατατροπώσουν τους αντιπάλους τους, επιστρατεύοντας, φέρ’ ειπείν, τον άμοιρο Αλεξανδρινό. Είπε επί λέξει ο ΘΑλέξης στη Βουλή απαντώντας εκτός κειμένου στο άλλοτε συνεταιράκι του: «Μου ’ρθαν στο μυαλό στίχοι ενός ποιήματος αγαπημένου, το οποίο σας αφιερώνω κ. Καμμένο (sic) “Η Πόλις” του Κωνσταντίνου Καβάφη: “Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες. Η πόλις θα σε ακολουθεί”. Και σας το αφιερώνω κυρίως διότι πιστεύω ότι σε λίγα χρόνια από τώρα, ίσως και σε λίγους μήνες, αυτό που θα μείνει στην Ιστορία είναι τα θετικά που πράξατε τέσσερα χρόνια τώρα». Και κατέληξε χωρίς ίχνος αλαζονείας: «Σας διαβεβαιώνω: θα με ευγνωμονείτε…».
Μαύρα μεσάνυχτα έχει θαρρώ ο πρωθυπουργός από το σημαινόμενον των ως άνω στίχων. Γλώττα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει, μολαταύτα. «Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ, που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα» εξηγεί προηγουμένως ο ποιητής. Δεν είναι, άρα, υπαίτιος ο τόπος για τις πομπές του. Αλλωστε «πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού –μη ελπίζεις– δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό…». Αυτονόητοι ασφαλώς οι συνειρμοί: Τα μνημόνια που υπηρέτησαν ομού και οι ερειπιώνες που προκάλεσαν στο κοινωνικό τοπίο θα ακολουθούν εσαεί αμφοτέρους.
Αποκρίθηκε με ποίημα και ο καπτάν Πάνος. Καθότι νταλαβεριζόταν τόσα τέρμινα με στρατηγούς διάλεξε να ασελγήσει στον ταλαίπωρο Γεώργιο Στρατήγη, επιφανή εκπρόσωπο της θρυλικής γενιάς του 1880, που έχει απαθανατίσει ο χρωστήρας του Γεώργιου Ροϊλού. Αγνοεί, φρονώ, φλεγματικό επίγραμμά του, που καίτοι γράφτηκε σχεδόν εκατό συναπτά έτη πριν, περιγράφει εναργώς τον ίδιο και τους υπόλοιπους 299 συναδέλφους του στο Κοινοβούλιο. Ιδού: «Εις Βουλευτήν Είσαι κωφός εις την Βουλήν· για σε τι ευτυχία! Αλλ’ όχι και κωφάλαλος, γι’ αυτήν, τι δυστυχία!…». Και για όλους εμάς…
