◼ Το ντοκιμαντέρ των Αλέσιο Ρομένσι και Φραντσέσκα Μανόκι, έως τώρα δημοσιογράφων, δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι καταγράφει την πραγματικότητα – κυρίως επειδή δεν θέλεις.
Μια ταινία τόσο όμορφα φωτισμένη, τόσο κατανυκτικά αποτυπωμένη με την κάμερα, τόσο ψύχραιμη και ισορροπημένη που μοιάζει με καλοφτιαγμένη ταινία μυθοπλασίας. Τι καλά να ήταν! Ο τίτλος της μόνο προϊδεάζει για το περιεχόμενό της: «ISIS, tomorrow. Οι χαμένες ψυχές της Μοσούλης».
Μόνο χαμένες ψυχές έχει, έτσι κι αλλιώς, η Μοσούλη σήμερα, ένα ξεκοιλιασμένο κουφάρι πόλης. Εκεί δίπλα, στο στρατόπεδο που στεγάζει τους επιζώντες, οι δυο δημιουργοί, ύστερα από επίμονες προσπάθειες να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους, στήνουν την κάμερά τους μπροστά στα παιδιά που έζησαν στην πόλη τα τρία χρόνια του πολέμου κι επιβίωσαν: τα πάνω από 500.000 παιδιά της Μοσούλης.
Ορφανά, καθώς οι γονείς τους σκοτώθηκαν στις μάχες, σε όποια πλευρά κι αν πολέμησαν, κυρίως προσηλυτισμένοι στον Ισλαμικό Στρατό. Μεγαλωμένα τα ίδια ως πολεμιστές, ως εργαλεία για αποστολές αυτοκτονίας, έχοντας εξαναγκαστεί σ’ αυτό τον ρόλο πριν γίνουν 10 χρόνων, πριν μάθουν οτιδήποτε άλλο έχει να προσφέρει η ζωή.
Αυτά τα παιδιά, των οποίων τις εμπειρίες εσύ, ο Δυτικός, δυσκολεύεσαι ακόμα και ν’ ακούσεις από την ασφάλεια του καθίσματός σου στην αίθουσα, μεγαλώνουν τώρα και πάλι αποκλεισμένα από τον «έξω» κόσμο, γεμάτα μίσος, βιώματα βίας και απόγνωση. Για να γίνουν οι επόμενες μηχανές πολέμου, ήδη διχασμένα, ήδη ποτισμένα με ένα φονικό modus operandi – γι’ αυτό, άλλωστε, κι ο ιρακινός στρατός σκόπευε, πριν «διασωθούν», να σκοτώσει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά. Το ερώτημα των δύο σκηνοθετών είναι αμείλικτο: «Εσύ τι θα κάνεις γι’ αυτά;»
◼ Μ’ έναν άλλο, πολύ πιο οικείο μύθο καταπιάνεται ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος στη νέα του ταινία, «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η Μεσοχώρα», που έρχεται είκοσι χρόνια έπειτα από εκείνη, τη διάσημη, πια, μικρού μήκους ταινία του, που έφερνε αντιμέτωπη με τον ορμητικό ποταμό και τον ημίθεο τη γιαγιά του.
Το φράγμα του Αχελώου έχει εξαγγελθεί και σταματήσει κάμποσες φορές, έχει αλλάξει όνομα και προβλεπόμενη λειτουργία, έχει χρηματοδοτηθεί και ξαναμείνει χωρίς πόρους, όσο οι κάτοικοι της Μεσοχώρας διατηρούν τη ζωή τους μετέωρη: Να χτίσουν τα θεμέλια του μέλλοντός τους ή όπου να ’ναι ο τόπος τους θα ισοπεδωθεί και θα πλημμυρίσει με τα νερά του ποταμού;
Μέσα σ’ αυτό το «ακτιβιστικό» ντοκιμαντέρ, ο Κουτσιαμπασάκος χωρά τη γνώριμη ταυτότητά του, την ανθρωποκεντρική, με τη ζεστασιά, την τρυφερότητα και το διακριτικό χιούμορ. Και την ελαφριά μελαγχολία για τον χρόνο που περνά, όσο η Ελλάδα δεν πολυαλλάζει, ενώ οι άνθρωποί της φεύγουν, κάποιοι πιο πρόωρα από άλλους. Θύματα ενός μεγάλου έργου που λέγεται Φράγμα ή μιας μεγάλης ιδέας που λέγεται ζωή.
◼ Με τους μύθους της δικής μας θεώρησης των πραγμάτων παίζει ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης, στο νέο του ντοκιμαντέρ, το πιο σύνθετο, δημιουργικά σκηνοθετημένο και απρόσμενα τρυφερό, ώς τώρα.
Με τον τίτλο «Ιρβινγκ Παρκ», ο Ευαγγελίδης παρατηρεί με την κάμερά του, πάντα ευαίσθητη στις ανθρώπινες ιδιαιτερότητες, τέσσερις γκέι άνδρες στο σημερινό Σικάγο, ηλικίας από 60 ώς 70, οι οποίοι συνδέονται με τους δικούς τους, επιθυμητούς δεσμούς Κυρίων και Σκλάβων, σχηματίζοντας μια αλλιώτικη, αλλά απολύτως ασφαλή και γεμάτη αγάπη οικογένεια.
Τα όρια της ελευθερίας εξερευνά η ταινία, και μαζί τους όρους της συμφωνίας, της αγάπης, το μεγαλείο της πραγματικής αυτοδιάθεσης και το εύρος της ατομικής επιλογής, σ’ ένα φιλμ με τη μαγική ικανότητα να προσεγγίσει τόσο στενά, τόσο ειλικρινά, ζωές που κανείς θα θεωρούσε περιθωριακές, ώστε όχι μόνο να τις κατανοήσεις, αλλά και να ταυτιστείς μαζί τους, εκπλήσσοντας τον εαυτό σου.
◼ Κάθε μύθο και κάθε δεδομένο καταρρίπτει το «Λεμεμπέλ» της Ζοάνα Ρεπόσι Γκαριμπάλντι, καταγράφοντας, έπειτα από δική του παραίνεση, την καθημερινότητα στα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του Χιλιανού ακτιβιστή, performer, λογοτέχνη, εικαστικού και, τελικά, φιλοσόφου της ζωής, Λεμεμπέλ.
Γεννημένος στις φτωχογειτονιές του Σαντιάγκο, ο Πέδρο Λεμεμπέλ (δανείστηκε το επώνυμο της μητέρας που αγαπούσε), ξεκίνησε στη δεκαετία του 1980, με την ομάδα του, «Οι Φοράδες της Αποκάλυψης», μια σειρά παραστάσεων ή ακτιβιστικών «εισβολών» σε κυβερνητικές δράσεις, ν’ αντιδρά ηχηρά στη δικτατορία του Πινοσέτ και, μαζί, σε κάθε διαστρέβλωση της δημοκρατίας, σε κάθε περιορισμό της διαφορετικότητας. Δράσεις που συνέχισε ώς τον θάνατό του, το 2015, από καρκίνο.
Μια υπερβατική φιγούρα, συχνά καμουφλαρισμένη και ποτέ ψεύτικη, ο Λεμεμπέλ έρχεται, στην ταινία, τακτικά αντιμέτωπος με το είδωλό του, αναμετριέται με την πορεία του και, με εξαιρετική τρυφερότητα και χιούμορ, με μια ελαφρότητα απέναντι στη ζωή, αξιολογεί το τίμημα των επιλογών του: τη μεγάλη μοναξιά που συνοδεύει, χωρίς εξαιρέσεις, τον πραγματικό ακτιβιστή.
Διάσημος στη Χιλή, λίγο γνωστός στην Ευρώπη, ο Λεμεμπέλ αφήνει με το ντοκιμαντέρ αυτό τη σφραγίδα του και στην επόμενη γενιά, θέτοντας στη διάθεσή της τα γραπτά του και, κυρίως, την πίστη του στη δύναμη του ανθρώπινου σώματος και νου.
