Ο Ρότζερ Στόουν, παλιός φίλος και άτυπος σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ επί μακρόν, συνελήφθη σήμερα στη Φλόριντα στο πλαίσιο της πολύκροτης έρευνας του ειδικού εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ για την υπόθεση εμπλοκής της Ρωσίας στις εκλογές των ΗΠΑ το 2016.
Ο 66χρονος συλληφθείς θα εμφανιστεί αργότερα ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος για επτά κατηγορίες για παρεμπόδισης δικαστικής έρευνας, ψευδή κατάθεση και επηρεασμό μαρτύρων, όπως ανακοίνωσε το γραφείο του Μιούλερ.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Στόουν επιχείρησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τα WikiLeaks πριν και μετά τις αποκαλύψεις σε βάρος της Χίλαρι Κλίντον με δεκάδες χιλιάδες εσωτερικών emails των Δημοκρατικών για σκανδαλώδη μεροληψία του κομματικού μηχανισμού υπέρ εκείνης και ενάντια στον ηττημένο συνυποψήφιό της Μπέρνι Σάντερς.
Αναλυτικότερα, το καλοκαίρι του 2016 μίλησε με ανώτερους αξιωματούχους της προεδρικής εκστρατείας σχετικά με τα WikiLeaks και πληροφορίες που μπορεί να είχε και που θα έβλαπταν την εκστρατείας της Κλίντον.
Επίσης, αναφέρεται πως τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς ο ιδρυτής των WikiLeaks, Τζούλιαν Ασάνζ, «πραγματοποίησε συνέντευξη Τύπου αλλά δεν δημοσίευσε κανένα νέο υλικό σχετικά με την εκστρατεία της Κλίντον.
»Λίγο αργότερα, ο Στόουν έλαβε ένα email από τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο της καμπάνιας του Tramp, για να ρωτήσει σχετικά με το καθεστώς των μελλοντικών αποκαλύψεων από τα [WikiLeaks]. Ο Στόουν απάντησε ότι ο επικεφαλής του Wikileaks “ανησυχούσε σοβαρά για την ασφάλεια”».
Ύστερα τα «WikiLeaks απελευθέρωσαν το πρώτο κομμάτι των e-mail που κλάπηκαν από τον πρόεδρο της εκστρατείας της Κλίντον [Τζον Ποντέστα]».
Το κατηγορητήριο σημειώνει πως «λίγο μετά την αποκάλυψη [των WikiLeaks], συνεργάτης υψηλού επιπέδου της καμπάνιας Τραμπ έστειλε ένα μήνυμα στον Στόουν που έγραφε «μπράβο». Σε επόμενες συνομιλίες με ανώτερους αξιωματούχους της εκστρατείας Τραμπ, ο Στόουν ισχυρίστηκε ότι είχε προβλέψει σωστά την έκδοση της 7ης Οκτωβρίου 2016».
Ο Στόουν, ένας αμφιλεγόμενος πολιτικός στις τάξεις των Ρεπουμπλικανών, ήταν εκείνος που είχε προτείνει τον Πολ Μάναφορντ ως επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμ.
Όμως, ο τελευταίος κρίθηκε ένοχος στην πρώτη δίκη στο πλαίσιο της έρευνας για το Russia-gate και καταδικάστηκε για οκτώ κατηγορίες σχετικά με φορολογική και τραπεζική απάτη με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης έως 80 έτη.
Ο ίδιος είχε ζητήσει να μην εμφανιστεί στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της Ουάσινγκτον, αλλά ο δικαστής Έιμε Μπέρμαν αρνήθηκε το αίτημα, λέγοντας ότι αυτό είχε ήδη συμβεί σε άλλες ημερομηνίες.
