Παιδί των περίκλειστων κορυφών της ορεινής Κορινθίας, μεγαλωμένος σ’ έναν απ’ τους τέσσερις καφενέδες του χωριού του, καθότι γιος των ιδιοκτητών, ο συγκάτοικος στα μετερίζια της «Εφ.Συν.» Γιώργος Σταματόπουλος επιστρέφει διαρκώς στους γενέθλιους τόπους. Εδώ αναβαπτίζεται, ξαναγεννιέται και δημιουργεί. Απόδειξη το πόνημά του «Ο χορός και ο εμφύλιος» (εκδ. Ερμα, 2019) που παρουσιάζεται απόψε στις 8 στο «Polis Art Cafe» με ομιλητές την Πέπη Ρηγοπούλου και τους Ηλία Γκρη, Στέφανο Ροζάνη και Περικλή Κοροβέση.
Ιδού πώς αντιμετωπίζει ο ίδιος τα διάσελα: «Στα βουνά επανακτάς τις αισθήσεις, αποκαθαίρεται από περιττή ενέργεια η σκέψη – σκέπτεται για τον εαυτό της. Η γεύση και η όσφρηση φοράνε τα γιορτινά τους, σε οδηγούν ντουγρού στην παιδική ηλικία, στη θαλπωρή της κοινότητας, στη μαγεία του πώς οι μανάδες, οι παλιότερες, συνέθεταν τα μείζονα στη γεύση [ευτελή τα θεωρούμε σήμερα], από τα ελάχιστα που διέθεταν. Ευωδίαζαν οι φτωχικές κάμαρες και όλη η ατμόσφαιρα· παρούσες και οι άλλες αισθήσεις αλλά παραχωρούσαν τα πρωτεία σ’ αυτές τις δύο».
Στα τραπεζάκια έξω και μέσα πρώην εχθροί δένονται για πάντα με βαθιά φιλία, αφότου ένα αποτροπαϊκό φλιτζάνι επουλώνει διά μιας τα έλκη των ασίγαστων εμφυλίων: «Καφενείο: τόπος μνήμης, ιστορίας, συνέχειας. Εκόντες άκοντες αποδεχόμαστε [εκόντες μάλλον] το καφενείο ως τον μοναδικό τόπο όπου εκδιπλώνεται ο πολιτισμός της χώρας τον εικοστό πρώτο αιώνα. Οχι την εκκλησία [εκάς οι βέβηλοι] και όχι βεβαίως το –έτσι κι αλλιώς– ανύπαρκτο σχολείο. Μπαίνει στο καφενείο, κάπου κάπου, ένα αεράκι, εκεί που δεν το περιμένεις. [Ποια media;]
Ταξίδια –εσωτερικά και εξωτερικά–, παιχνίδι και χορός και έρωτας είναι όλα, υπενθυμίζει ο Σταματόπουλος. «Ο χορός καταργεί τους εμφυλίους – και την εξουσία. Είναι ταυτόχρονα αυθάδης και λυγμός, θανατολοίδορος – ο έρωτας επίσης, η ποίηση, η μουσική· όχι η εργασία […] Οταν ένας λαός λοιπόν αγνοεί ή αρνείται να χορεύει, διατηρεί όλους τους περασμένους εμφυλίους, τους εναποθέτει στα κύτταρά του προξενώντας πληγές στο χαίνον του σώματος. Τα κύτταρα αυτά μεταβιβάζονται από τη μία γενιά στην άλλη· είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, κουβαλάμε τους εμφυλίους μας και οι λίγοι που τους πετάνε, αφού έχουν προηγουμένως αηδιάσει, βρίσκονται σε πόλεμο με [σε απομόνωση από] τους πολλούς».
Απελευθερωνόμαστε στην πίστα της κοινότητας, καθώς «δαίμονες κουρνιάζουν στο σώμα. Κάθε που το σώμα ριγεί από ένα εξωτερικό ερέθισμα αρχίζουν να φτεροκοπούν και τότε όλα αλλάζουν. Δαίμονες ο χορός και ο έρως. […] Αυτοί ευθύνονται για τη δύναμη της λήθης όταν η γνώση εγκαταλείπει το πνεύμα και τη θέση της παίρνει, όμως, μια άλλη γνώση. Για φαντάσου να ήμασταν ανίκανοι να ξεχνάμε». Περισσότερα απόψε στο «Polis Art» κι ακόμα πιο πολλά στο βιβλίο. Διότι «άμα δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο ο συγγραφέας, μπορεί τουλάχιστον να αλλάξει τον εαυτό του. Να σηκώσει το βάρος της χώρας του, το βάρος της γραφής, να προτείνει –διάολε– μια στάση. Οχι μια πίστη»….
