ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μας βρήκε η ιταλική κατοχή (1941) στο πεδινό χωριό της μάνας μου, «Χαυριάτα», στη Δυτική Κεφαλονιά, όπου υπηρετούσαν οι δάσκαλοι γονείς μου. Μετακομίσαμε στα μέσα του καλοκαιριού τον ίδιο χρόνο στο ημιορεινό χωριό του πατέρα μου, «Δαμουλιανάτα», της ίδιας περιοχής. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Οι χώρες της Ευρώπης είχαν πέσει στα νύχια του άξονα και οι χιτλερικές ορδές προχωρούσανε βαθιά μέσα στη Σοβιετική Ενωση. Στη Βόρεια Αφρική έδρεπε νίκες ο Ρόμελ και στην Απω Ανατολή οι Γιαπωνέζοι του αυτοκράτορα Χιροχίτο κατελάμβαναν τη μία μετά την άλλη τις αγγλικές και γαλλικές αποικίες.

Η στέρηση σε αγαθά πρώτης ανάγκης άρχισε να γίνεται απειλητική στην υποδουλωμένη και αποκλεισμένη χώρα μας, που ήταν αναγκασμένη να θρέφει και τους Ιταλούς, Γερμανούς και Βούλγαρους στρατιώτες στις αντίστοιχες ζώνες κατοχής. Η απλή επιβίωση στα μεγάλα αστικά κέντρα και κάπως λιγότερο στα περισσότερα νησιά μας έγινε προβληματική.

Πείνα, αρρώστιες, θάνατος! Η αρπαγή της αγροτικής παραγωγής και των κτηνοτροφικών προϊόντων σύνηθες φαινόμενο. Επρεπε να τα παράγουμε, να τα συντηρούμε, να τα κρύβουμε με χίλιους δυο τρόπους για να επιζήσουμε. Στην οικογένεια κανείς μας δεν περίσσευε. Ολοι μας βοηθούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας.

Στο παλιό προσεισμικό από προπάππου σπίτι, κατά μήκος χωρισμένο ανάμεσα στον παππού που δεν γνώρισα και τον αδελφό του, τη θέση μου όρισαν στη «μπασιά», το «πόρτεο» (χολ), όπου στο σιδερένιο του κρεβάτι, χρησιμοποιούμενο και σαν καναπές, κοιμόμουν καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής, τα Σαββατοκύριακα, τις σχολικές διακοπές κατά τον εμφύλιο και το καλοκαίρι του πρώτου έτους της φοιτητικής μου ζωής, όταν ο μεγάλος σεισμός (13-8-1943) μας έκανε όλους καλοκαιρινούς…

Σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια η παιδική μου ζωή σταμάτησε μόλις άρχισε και τα παραμύθια αντικατέστησε η αληθινή και ζώσα Ιστορία. Πάνω στον τοίχο που είχαν κολλήσει το κρεβάτι μου, σαν πλαγιοδεμένο καράβι σε προκυμαία, κρεμόταν ένας μεγάλος παλιός χάρτης της Ευρώπης με μεγάλο μέρος της Μέσης Ανατολής, όλη τη Μεσόγειο και τις παράλιες χώρες της Βόρειας Αφρικής.

Στον μικρό αυτό χώρο συχνά πυκνά μαζεύονταν ο πατέρας μου με έμπιστους φίλους από το χωριό ή και τα γύρω κοντινά, έδειχναν τις θέσεις των αντιπάλων στον χάρτη και σχολίαζαν. Αγωνιούσαν για το πόσο ακόμη θα άντεχαν οι Ρώσοι, ώσπου το μέτωπο κόλλησε σε ένα σημείο. Ηταν εκεί όπου ο ποταμός Βόλγας κατεβαίνοντας από ψηλά στρίβει απότομα νοτιοανατολικά.

Τότε πρωτάκουσα τη λέξη «Στάλινγκραντ». Προσπάθησα να το βρω, να το διαβάσω στο σημείο, στο μέρος όπου έδειχναν με τον χάρακα. Δεν βρήκα τίποτα. Μια κουκκίδα και δίπλα η λέξη «Τσαρίτσιν». Ζήτησα εξηγήσεις και μου απάντησαν πως αυτή ήταν η πόλη. Ο χάρτης ήταν παλιός και το όνομα είχε αλλάξει. Μέρες, βδομάδες, μήνες, μίλαγαν γι’ αυτήν. Τα νέα έρχονταν από το διπλανό σιαμαίο μικρότερο χωριό, το «Ρίφι».

Στον δημόσιο δρόμο που ενώνει τα δύο χωριά (Ρίφι και Δαμουλιανάτα), ένα στενό κάθετο δρομάκι χωρίζει τα σπίτια τους. Για τον λόγο αυτόν εγώ τα λέω σιαμαία. Ουσιαστικά είμαστε ένα χωριό. Εκεί ζούσε τότε ένα ζευγάρι: συνταξιούχος δάσκαλος με τη σύντροφό του, μια Γερμανίδα που τη γνώρισε στην Αμερική. Εφεραν μαζί τους ένα ραδιόφωνο και τούτο στάθηκε η μόνη πηγή άμεσης πληροφόρησης από τους εξωχώριους σταθμούς.

Ακινησία στον χάρτη. Αγωνία και κατήφεια. Και ξάφνου μια μέρα καταχείμωνο, τα πρόσωπα στο μικρό μας πόρτεο με τη φερμένη φρέσκια είδηση φωτίστηκαν και έλαμψε η χαρά. Η πόλη άντεξε, οι πολιορκητές της Γερμανοί έγιναν πολιορκούμενοι και τελικά παραδόθηκαν στον κόκκινο στρατό.

Δεν είχαμε την πολυτέλεια να έχουμε στο σπίτι μας ημερολόγιο. Στον χρόνο ορόσημα οι χριστιανικές γιορτές χειμώνα-καλοκαίρι. Αργότερα έμαθα πως ήταν δύο του Φλεβάρη! Η μεγαλύτερη μάχη όλων των εποχών, όλων των αιώνων! Εκεί που κάνει καμπή ο Βόλγας και η μεγάλη καμπή της Ιστορίας. Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε και παντού στους σκλαβωμένους λαούς οι ελπίδες, οι αγώνες και τα τραγούδια θέριεψαν για λευτεριά και δίκιο… Εμείς ακόμη το περιμένουμε…