Το κομβικό σημείο βρίσκεται κυρίως στη διάρθρωση της αυτονομίας του Πανεπιστημίου στο σημείο συνάντησης ανάμεσα στην έρευνα και τη διδασκαλία, από τη στιγμή που αυτοί οι δύο παράγοντες αντιπροσωπεύουν την καρδιά της πανεπιστημιακής ταυτότητας αλλά και τις περιοχές που δέχονται τους περισσότερους μετασχηματισμούς. Σήμερα, άλλαξαν ριζικά οι συνθήκες των ορίων μέσα στα οποία αναπτύσσεται το Πανεπιστήμιο.
Ετσι, το Πανεπιστήμιο αποκτά νέο ρόλο και νέους στόχους: την ομοιομορφία των δομών και των επιπέδων σπουδών, ώστε να προσαρμόζονται στις σύγχρονες απαιτήσεις και τη δημιουργία συνθηκών μεγαλύτερης κινητικότητας φοιτητών και καθηγητών στον ευρωπαϊκό χώρο, την αύξηση των δαπανών για την έρευνα, που θα οδηγήσει στην αύξηση των «εργαζομένων της γνώσης» (knowledge workers), επειδή η σύγχρονη βιομηχανία της γνώσης έχει ανάγκη από μαζικό ανθρώπινο πνευματικό δυναμικό και όχι πια από μια περιορισμένη ελίτ. Το Πανεπιστήμιο λοιπόν θα έχει τον κυρίαρχο ρόλο να διαμορφώσει το μεγαλύτερο μέρος αυτού του δυναμικού.
Πέρα από αυτούς τους στόχους που πρέπει να πετύχει, το Πανεπιστήμιο βρίσκεται μπροστά και σε διάφορους παράγοντες που καθιστούν αναγκαία μια αλλαγή. Υπάρχουν εξωτερικοί παράγοντες όπως: ο περιορισμός των δαπανών στη βάση μιας πολιτικής μεγαλύτερου οικονομικού ορθολογισμού προς τους δημόσιους θεσμούς, η όλο και μεγαλύτερη παρέμβαση ιδιωτών σε εσωτερικά θέματα των Πανεπιστημίων, οι διαφορετικές προσδοκίες των φοιτητών σχετικά με την εκπαίδευση.
Τους εσωτερικούς παράγοντες αποτελούν, αντίθετα, οι εντάσεις ανάμεσα στις δομές της έρευνας και εκείνες της διδασκαλίας που προέρχονται από τις διαφορετικές απαιτήσεις, τα προβλήματα που απορρέουν από την ποιότητα των υποδομών, οι όλο και πιο μαζικοποιημένες ανάγκες διδασκαλίας, οι προοπτικές καριέρας και οι καθόλου ελκυστικές απολαβές. Επειδή τα Πανεπιστήμια θα πρέπει να απολαμβάνουν την αυτονομία τους, σ’ αυτά ανήκει και το καθήκον να επιλύσουν όλα αυτά τα προβλήματα.
Παρακολουθούμε λοιπόν από τη μια μεριά προσπάθειες δημιουργίας στρατηγικών που πρέπει να χαραχτούν κι από την άλλη διαφορετικές λύσεις, που ποικίλλουν σύμφωνα με παράγοντες όπως οι εθνικές παραδόσεις και οι μεμονωμένες θεσμικές διαδρομές.
Στο φως όλων αυτών μπαίνουν ορισμένα ερωτήματα: από τη στιγμή που άλλαξαν οι οριακές συνθήκες των Πανεπιστημίων, άλλαξε και η σχέση διδασκαλία/έρευνα; Η νέα ανάπτυξη καθοδηγείται από μερικά μεγάλα μοντέλα ή από διαφοροποιημένα και αποσπασματικά παραδείγματα; Ποιος ασχολείται με το να δώσει μια νέα μορφή στη συνάντηση ανάμεσα στη διδασκαλία και την έρευνα και ποιες θα είναι οι λύσεις; Ποιος είναι, τελικά, ο ρόλος της αυτονομίας του Πανεπιστημίου;
Εξι είναι τα σημεία που αποτελούν σημαντικούς λόγους προβληματισμού και συζήτησης.
Το πρώτο έχει σχέση με τον κυρίαρχο ρόλο που έχει η οικονομία στο χώρο της γνώσης και οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη των Πανεπιστημίων. Αυτή η τάση επιδρά καταλυτικά πάνω στην έρευνα και τη διδασκαλία (συνεργασία Πανεπιστημίου–βιομηχανίας, νέα συστήματα αξιολόγησης, διπλώματα για ερευνητές, curricula προσανατολισμένα στην αγορά εργασίας).
Το δεύτερο σημείο αφορά την ανταγωνιστική πίεση που πρέπει να αντιμετωπίσουν σήμερα τα «παραδοσιακά» Πανεπιστήμια: από τη μια οι θεσμοί ανώτερης ελιτίστικης εκπαίδευσης κι από την άλλη οι πρωταγωνιστές της οικονομίας, που εκμεταλλεύονται τις νέες τεχνολογίες, προσφέροντας μια πιο γρήγορη πρόσβαση στη γνώση και τη δυνατότητα συνεχούς επιμόρφωσης, αναγκαίες σε μια οικονομία της γνώσης. Το Πανεπιστήμιο πρέπει να χαράξει στρατηγικές για να αντιδράσει στη νέα αγορά.
Τρίτο σημείο είναι τα πολλαπλά καθήκοντα του Πανεπιστημίου και η δυσκολία να τα επιλύσει, απ’ τη στιγμή που σχετίζονται με διάφορους τομείς (εκπαίδευση, επιχειρηματικότητα, χρηματοδότηση, επικοινωνία). Θα πρέπει λοιπόν να βρεθούν λύσεις και να γίνει σαφής ο ρόλος της αυτονομίας του Πανεπιστημίου.
Τέταρτο σημείο είναι η «παραγωγή» των επιστημόνων του αύριο. Το Πανεπιστήμιο από τη μια στοχεύει στη διαμόρφωση των «εργαζομένων της γνώσης» για τη νέα αγορά εργασίας, κι από την άλλη πρέπει να οδηγήσει τους φοιτητές προς την έρευνα. Αντικείμενο συζήτησης είναι οι δυνατές στρατηγικές (διατμηματικά και διεπιστημονικά προγράμματα, ικανοποιητικές συνθήκες κινητικότητας κ.α.).
Το πέμπτο σημείο είναι συνδεδεμένο με τη διαδικασία μεταρρύθμισης στο περιβάλλον της ανώτατης εκπαίδευσης και τις συνέπειες στην ανάπτυξη των Πανεπιστημίων. Είναι απαραίτητο να εντοπιστούν οι σπουδαιότερες αλλαγές και να βρεθούν οι τρόποι με τους οποίους αντιδρούν σ’ αυτές οι διάφοροι θεσμοί και πώς τις οργανώνουν, ειδικά όσον αφορά στον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής για το προσωπικό με βάση τη σχέση διδασκαλία/έρευνα.
Τέλος, το τελευταίο σημείο βασίζεται στην ορθή επιστημονική πρακτική, που εμπλέκει και την έρευνα και τη διδασκαλία. Οι τροποποιημένες οριακές συνθήκες ανάπτυξης της επιστήμης και του Πανεπιστημίου και οι εξω-ακαδημαϊκές συνεργασίες επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ερευνητών και την παραγωγή των επιστημονικών αποτελεσμάτων. Είναι λοιπόν απαραίτητο να οριστούν σαφώς κανόνες ηθικής και ευθύνης. Αντικείμενο συζήτησης πρέπει να είναι ο τρόπος με τον οποίο θα αλλάξει η αντίληψη για την εργασία και το πανεπιστημιακό περιβάλλον.
